Παρασκευή 22 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη του Ορφέα Περίδη στο 3pointmagazine

"To τραγούδι είναι μονάχα μια στιγμή". 


 Mε αφορμή την επιστροφή του στις ζωντανές εμφανίσεις, ο Ορφέας Περίδης μιλά στο 3pointmagazine.gr, θυμάται τα παλιά και προλογίζει τη νέα του περιοδεία.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

"Θα είναι πολύ εύκολο" - Αλ Μάζαρικ

Αλ Μάζαρικ

 Θα έρθει κάποια νύχτα, την ώρα που κοιμάσαι
και θα γλιστρήσει στο κρεβάτι σου
σαν τη γάτα που πάει σιγά σιγά να κλέψει
θα σταθεί να σε κοιτάξει που κοιμάσαι
και θα ζυγιάσει το κορμί σου
σαν ναυτικός σ' ένα
μπουρδέλο της Τιχουάνα.

οι κουρτίνες θα κουνηθούν
αν τις έχεις κρεμάσει
& εκείνο θα πλησιάσει ακόμη πιο κοντά
μέχρι ν' ακουμπήσει το πρόσωπό σου
πάλι σαν τη γάτα
θα σου ρουφήξει απ' τη μύτη την ανάσα
την ώρα που θα κοιμάσαι.

και μαζί με την πνοή σου
θα σου πάρει τα όνειρα
& το μυαλό θα σταματήσει
σαν πεθαμένη μηχανή αυτοκινήτου
που αφήνει το τελευταίο πουφ απ' την εξάτμιση.

πουλάκια θα τσιτσιρίζουνε
στις τουαλέτες θα τραβάνε καζανάκια
& όλα θα 'ναι τόσο απλά
όταν θα φύγει από πάνω σου η ζωή
όπως μια γριά που σηκώνεται
απ' την κουνιστή πολυθρόνα της
το φως σβήνει γίνεται σκοτάδι
μέχρι να χαθεί εντελώς.

έτσι όπως σβήνουν τα φώτα στο δρόμο
γύρω στις 5 το πρωί.

__________________________________


Το ποίημα βρίσκεται στο βιβλίο "Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών", που έχει μεταφράσει κι επιμεληθεί ο Τέος Ρόμβος (ΧΑΟΣ & ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΑΘΗΝΑ 1992).

Tέος Ρόμβος

Εκτός του Μάζαρικ, στο βιβλίο θα βρείτε ποιήματα και κείμενα των Ουάντα Κόλμαν, Τζέραλντ Λόκλιν, Λίντα Κίνγκ, Χάρολντ Νορς, Νέλσον Όλγκριν, Τζακ Μίσλιν, Νάιλα Νόρθσαν, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Νίλι Τσερκόφσκι και Τσαρλς Πλάιμελ.

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το βιβλίο ΕΔΩ, ενώ για περισσότερες πληροφορίες για τον Τέο Ρόμβο, μπορείτε να επισκεφτείτε το BLOG του.


Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

Το τελευταίο γράμμα του Μαγιακόφσκι


Σε όλους

Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλοτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ.
 
Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
“Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Υστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.
Γειά σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.
Β.Μ.
 
Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.
Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.
Β.Μ.


 

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

"Ποιήματα ΙΙ" - Ντίνος Χριστιανόπουλος


 Aπολογισμός της μοναξιάς
 
Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σε ξένες αγκαλιές,
απελπισμένο κρέμασμα από λαγόνια ξένα.
Πέσιμο εκεί που μονάχα η μοναξιά οδηγεί:
να υποτάξω ακόμη και το πνεύμα μου,
να το προσφέρω σαν την έσχατην υποταγή.


Με κατάνυξη

Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.
Να σου δώσω απόγνωση να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.
Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.
Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.



Στη Μ.

Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

"Η διακριτική υποκρισία της μπουρζουαζίας"

"Ενώ οι επαγγελματίες ρουφιάνοι του συστήματος σπεύδουν να βαφτίσουν τρομοκράτες όσους ληστεύουν τράπεζες και βάζουν βόμβες σε μεγάλα εμπορικά κέντρα, την ίδια ώρα κάνουν τα «στραβά μάτια» στην ωμή βία που ασκεί το κράτος σε όποιον τολμά να αμφισβητήσει την εξουσία του".



Σάββατο 16 Φεβρουαρίου 2013

"Ο ουρανός"- Μανώλης Αναγνωστάκης

                                                     
 Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.

Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.

Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

"Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας" - Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

(...) To Σάββατο το πρωί, αφού πολύ το σκέφτηκε, ο Φλορεντίνο Αρίσα έστειλε ξανά το περιστέρι μ' άλλο ραβασάκι χωρίς υπογραφή. Τούτη τη φορά δεν χρειάστηκε να περιμένει μέχρι την επόμενη μέρα. Το απόγευμα, το ίδιο παιδί, του το έφερε ξανά πίσω, σ' άλλο κλουβί, με την παραγγελία πως: εδώ σας στέλνει ξανά το περιστέρι που ξανάφυγε, και το οποίο προχθές σας επέστρεψε, επειδή έχει καλή ανατροφή κι αυτή τη φορά σας το στέλνει, επειδή είναι κρίμα, αλλά τώρα πια είναι αλήθεια πως δε θα σας το ξαναεπιστρέψει αν το αφήσετε να φύγει πάλι. Η Τράνσιτο Αρίσα διασκέδασε με τις ώρες με το περιστέρι, το έβγαλε από το κλουβί, το νανούρισε στα μπράτσα της, προσπάθησε να το αποκοιμήσει με παιδικά τραγουδάκια και ξαφνικά κατάλαβε πως είχε στο δαχτυλίδι, στο πόδι του, ένα χαρτάκι με μια μόνο φράση: "Δε δέχομαι ανώνυμους". Ο Φλορεντίνο Αρίσα το διάβασε ξετρελαμένος, λες κι είχε ολοκληρωθεί η πρώτη του περιπέτεια και μόλις που μπόρεσε να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα στριφογυρίζοντας από ανυπομονησία. Την επομένη πολύ νωρίς, πριν φύγει για το γραφείο, άφησε ελεύθερο το περιστέρι μ' ένα ερωτικό γραμματάκι υπογραμμένο ξεκάθαρα με τ' όνομά του και του έβαλε ακόμα στο δαχτυλίδι το πιο φρέσκο τριαντάφυλλο, το πιο χτυπητό κι ευωδιαστό του κήπου του.

Δεν ήταν τόσο εύκολη. Μετά από τρεις μήνες πολιορκία η ωραία περιστερού εξακολούθησε ν' απαντάει το ίδιο: "Εγώ δεν είμαι απ' αυτές". Αλλά ποτέ δε σταμάτησε να δέχεται τα μηνύματα ή να πηγαίνει στα ραντεβού που κανόνιζε ο Φλορεντίνο Αρίσα με τέτοιον τρόπο που να μοιάζουν τυχαίες συναντήσεις. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό του: ο εραστής που ποτέ δε φανερωνόταν, ο πιο άπληστος για έρωτα, αλλά κι ο πιο τσιγκούνης, αυτός που δεν έδινε τίποτα και τα ήθελε όλα, αυτός που ποτέ δεν επέτρεψε να του αφήσουν στην καρδιά ένα περαστικό αποτύπωμα, ο κυνηγός που παραμόνευε, ξεσπάθωσε με μια παράφορη ανταλλαγή από υπογραμμένα γράμματα, γενναιοδωρίες, απερίσκεπτες βόλτες στο σπίτι της περιστερούς, ακόμα και σε δυο περιστάσεις που ο σύζυγος δεν έλειπε σε ταξίδι, ούτε βρισκόταν στην αγορά. Ήταν η μόνη φορά, από τον καιρό του πρώτου έρωτα, που είχε νιώσει τρυπημένος από ένα βέλος.

Έξι μήνες μετά την πρώτη συνάντηση, βρέθηκαν τελικά στην καμπίνα ενός ποταμόπλοιου που περίμενε για επισκευή στις αποβάθρες του ποταμού. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Η Ολυμπία Σουλέτα έκανε εύθυμα έρωτα, σαν αναστατωμένη περιστέρα και της άρεσε να μένει γυμνή πολλές ώρες, ενώ ξεκουραζόταν με το πάσο της, με τόσο έρωτα όσο και στον ίδιο τον έρωτα. Η καμπίνα ήταν ξεχαρβαλωμένη, μισοβαμμένη κι η μυρουδιά από νέφτι ήταν ωραία για να μείνει στη θύμηση συνδυασμένη μ' ένα ευτυχισμένο απόγευμα. Ξαφνικά, ικανοποιώντας μια ασυνήθιστη έμπνευση, ο Φλορεντίνο Αρίσα άνοιξε ένα κουτί με κόκκινη μπογιά που βρισκόταν κοντά στην κουκέτα, μούσκεψε το δείκτη του και ζωγράφισε, χαμηλά στην κοιλιά της ωραίας περιστερούς ένα ματωμένο βέλος που έδειχνε προς το νότο κι έγραψε:  Αυτό το μουνάκι είναι δικό μου. Εκείνη την ίδια νύχτα, η Ολυμπία Σουλέτα ξεντύθηκε μπροστά στον άντρα της, χωρίς να θυμηθεί την επιγραφή κι εκείνος δεν είπε κουβέντα, ούτε και κόπηκε η αναπνοή του, τίποτα, μόνο πήγε στο μπάνιο για το ξυράφι του, ενώ εκείνη έβαζε τη νυχτικιά της, και της έκοψε το λαρύγγι μια κι έξω. (...)

Aπόσπασμα από το βιβλίο "Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας" του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (μετάφραση από τα ισπανικά: Κλαίτη Σωτηριάδου - Μπαράχας)

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

"Φασισμός και ατομική ευθύνη"

" (...) Η ιδεολογία του φασισμού είναι αδύναμη, ασθενική. Γι' αυτό και στους θιασώτες της αρέσει τόσο πολύ η σωματική δύναμη: Γιατί έχουν την ψευδαίσθηση ότι μέσω αυτής, θα μπορέσουν να καλύψουν τα ιδεολογικά τους κενά. (...) "


Το πρώτο άρθρο του  Fidel Livorno στο 3pointmagazine.

Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

"Τζάνκι" - Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ


 Απόσπασμα από το βιβλίο ( εκδόσεις Τόπος, μετάφραση Γιώργος Μπέτσος):

(...) Είχα να πάρω πρέζα δυο μήνες. Όταν ξεκόβεις από την πρέζα κάθε στιγμή σού φαίνεται ίδια με την προηγούμενη, ωστόσο θυμάσαι τις ώρες που βαρούσες, τον στατικό τρόμο της πρέζας, τη ζωή σου να αφομοιώνεται από το χέρι σου τρεις φορές τη μέρα. Κάθε δόση να σε φέρνει πιο κοντά στην τελευταία σου.

Πήρα ένα περιοδικό με γελοιογραφίες από το διπλανό τραπέζι. Ήταν προχτεσινό. Το άφησα. Δεν είχα να κάνω τίποτα. Δεν είχα που να πάω. Η γυναίκα μου ήταν με τα παιδιά στο Ακαπούλκο. Το έβαλα για το σπίτι μου και ένα τετράγωνο μακριά είδα τον Άικ.


Μερικοί άνθρωποι ξεχωρίζουν ακόμα και από το τέρμα του οπτικού σου πεδίου· άλλους για να τους γνωρίσεις πρέπει να βρεθείς σε απόσταση επαφής. Τα περισσότερα πρεζόνια τα ξεχωρίζεις από μακριά. Κάποτε μου ανέβαινε η πίεση από ηδονή μόλις έβλεπα τον γερο-Άικ. Όταν πρεζάρεσαι, η θέα του πρεζέμπορα σου δημιουργεί τα ίδια συναισθήματα με αυτή του εραστή σου. Ανυπομονείς να ακούσεις τον χαρακτηριστικό ήχο των βημάτων του στον διάδρομο, τον ξεχωριστό τρόπο που χτυπάει την πόρτα, εξετάζεις τα πρόσωπα των ανθρώπων που σε πλησιάζουν στον δρόμο για να δεις αν είναι αυτός. Φαντασιώνεσαι κάθε λεπτομέρεια του παρουσιαστικού του σαν να στεκόταν μπροστά σου στην πόρτα και να σου πέταγε το συνηθισμένο αστείο των πρεζεμπόρων: "Θα σε στεναχωρήσω, αλλά δεν βρήκα να ψωνίσω". Τον φαντασιώνεσαι την ώρα που παρακολουθεί την έκφραση της ελπίδας και της αγωνίας στο πρόσωπό σου, καθώς απολαμβάνει την αίσθηση της ευεργετικής του εξουσίας, της εξουσίας τού να προσφέρει και να κατακρατεί. Ο Πατ στη Νέα Ορλεάνη το έκανε συνεχώς. Το ίδιο και ο Μπιλ Γκέινς στην Νέα Υόρκη. Ο γερο-Άικ μπορεί να σου ορκιζόταν ότι δεν έχει καθόλου και έπειτα σου έβαζε το φακελάκι στην τσέπη και σου έλεγε "Να, πάνω σου το είχες τόση ώρα".


 

Όμως πλέον είχα ξεκόψει. Παρ' όλα αυτά, δεν θα έλεγα όχι για λίγη μορφίνη πριν πάω για ύπνο, ή ακόμα καλύτερα, για ένα σπίντμπολ, μισό κοκαϊνη μισό μορφίνη. Πρόφτασα τον Άικ στην πόρτα του σπιτιού. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του και αυτός γύρισε. Όταν με αναγνώρισε μού χαμογέλασε με το χαμόγελο ξεδοντιάρας γριάς πρεζούς.

"Γεια", είπε.
"Χρόνια και ζαμάνια", είπα. "Πού έχεις χαθεί;"
Γέλασε. "Με χώσανε μέσα", είπε. "Τέλος πάντων, δεν ήθελα να 'ρθω γιατί ήξερα ότι έχεις ξεκόψει. Δεν παίρνεις τίποτα;"
"Τίποτα".
"Άρα δεν θες καμιά ενεσούλα", είπε χαμογελώντας ο γερο-Άικ.
"Κοίτα..." Ένιωσα αυτή την παλιά έξαψη, όπως όταν συναντάς κάποιον με τον οποίον στο παρελθόν πηδιόσουν και ξαφνικά η έξαψη αυτή επανέρχεται και γνωρίζετε και οι δυο πως θα ξαναπηδηχτείτε.

Ο Άικ έκανε μια χειρονομία αγανάκτησης. "Έχω περίπου δέκα μιλιγκράμ. Δεν μου κάνουν τίποτα εμένα. Έχω και λίγη κόκα".
"Έλα μέσα", του είπα. (...)


"Τρώει την πέτρα σαν ψωμί, ο Καίσαρας Βαλιέχο..."

"Τον Δεκέμβριο του 2006 ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κυκλοφορεί τον "Διάφανο". Ποιός είναι ο διάφανος; Ποιός είναι ο Καίσαρας Βαλιέχο;"


Ο Fidel Livorno γράφει στο 3pointmagazine για τον "Διάφανο" του Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Καίσαρα Βαλιέχο, έναν από τους μεγαλύτερους ισπανόφωνους ποιητές του 20ου αιώνα.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

"Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" - Σελίν


 Απόσπασμα από το διάσημο βιβλίο του Λουί Φερντινάν Σελίν σε μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου (εκδόσεις "Εστία")

(...) Οι πάντες κλαίγαν σαν βρύσες στο εντευκτήριο, το βράδυ προπαντός. Η ανημπόρια του κόσμου μπρος στον πόλεμο ερχόταν να κλάψει εδώ, μόλις οι γυναίκες και τα κουτσούβελα απομακρύνονταν στον θαμπό απ' το φωταέριο διάδρομο, με τη λήξη των επισκέψεων, σέρνοντας τα ποδάρια. Ένα μεγάλο κοπάδι κλαψιάρηδων ήταν, τίποτε άλλο, ένα σίχαμα.

Για τη Λόλα, το να 'ρχεται να με βλέπει σ' αυτή την ιδιότυπη φυλακή ήταν ακόμα μια περιπέτεια. Δεν κλαίγαμε εμείς οι δυο. Δεν είχαμε από πού να τ' αντλήσουμε τα δάκρυα.

"Είναι αλήθεια ότι είσαι πραγματικά τρελός, Φερδινάνδε;" με ρώτησε μια Πέμπτη.
"Είμαι!" ομολόγησα εγώ.
"Και δηλαδή, θα σε γιατρέψουν εδώ;"
"Δε γιατρεύεται ο φόβος, Λόλα."
"Τόσο πολύ λοιπόν φοβάσαι;"
"Κι ακόμα πιο πολύ, Λόλα, φοβάμαι τόσο, βλέπεις, που αν πεθάνω από δικό μου θάνατο, αργότερα, δε θέλω με τίποτα να με κάψουν! Θα 'θελα να μ' αφήσουν στο χώμα, να σαπίσω στο νεκροταφείο, ήσυχα, εκεί δα, έτοιμο να ξαναζήσω ίσως... Δεν ξέρεις ποτέ! Ενώ αν με κάναν στάχτη, Λόλα, με νιώθεις, τέρμα όλα, τέρμα... Ο σκελετός, όσο να 'ναι, μοιάζει ακόμα λιγάκι μ' άνθρωπο... Είναι πιο έτοιμος να ξαναζήσει απ' ό,τι η στάχτη... Με τη στάχτη τέρμα τα δίφραγκα!... Τι λες κι εσύ;... Ο πόλεμος λοιπόν..."
"Α, μα είσαι πέρα για πέρα άνανδρος, Φερδινάνδε! Σιχαμερός σαν ποντίκι..."
"Ναι, πέρα για πέρα άνανδρος, Λόλα, τον αρνούμαι τον πόλεμο με ό,τι έχει μέσα... Δεν τον θρηνώ εγώ... Δεν παραιτούμαι εγώ... Δεν τον μοιρολογάω... τον αρνούμαι καθαρά και ξάστερα, κι όλους μαζί τους λεβέντες που περιέχει, δε θέλω να 'χω τίποτα να κάνω μαζί τους, μαζί του. Δεν πα να 'ναι εννιακόσια ογδόντα πέντε εκατομμύρια του λόγου τους κι εγώ μονάχα ένας, αυτοί έχουν άδικο, Λόλα κι εγώ δίκιο, γιατί μόνο εγώ ξέρω τι θέλω: δε θέλω πια να πεθάνω."
"Μα είναι αδύνατον ν' αρνηθείς τον πόλεμο, Φερδινάνδε! Μόνο οι τρελοί κι οι άνανδροι αρνούνται τον πόλεμο όταν κινδυνεύει η Πατρίδα τους..."
"Ε, λοιπόν, να ζήσουν οι τρελοί και οι άνανδροι! Ή μάλλον να επιζήσουν! Θυμάσαι, ας πούμε, Λόλα, τ' όνομα έστω κι ενός στρατιώτη απ' όσους σκοτώθηκαν στον Εκατονταετή Πόλεμο;... Προσπάθησες να μάθεις έστω κι ένα από κείνα τα ονόματα;... Όχι, έτσι δεν είναι;... Ποτέ σου δεν προσπάθησες; Σου 'ναι όλα τόσο ανώνυμα, τόσο αδιάφορα και τόσο άγνωστα όσο και το τελευταίο μόριο τούτου δω του πρες παπιέ, όσο και το πρωινό σκατό σου... Βλέπεις λοιπόν που πεθάναν για το τίποτα, Λόλα! Για το απολύτως τίποτα, οι κόπανοι! Σε διαβεβαιώ! Είναι αποδεδειγμένο! Μόνο η ζωή μετράει. Σε δέκα χιλιάδες χρόνια από τώρα, σου πάω στοίχημα, τούτος ο πόλεμος, όσο κι αν σήμερα σου φαίνεται σπουδαίος, θα 'χει παντελώς ξεχαστεί. Το πολύ πολύ να τσακώνονται ακόμα, εδώ κι εκεί, καμιά ντουζίνα καλαμαράδες γι' αυτόν και για το πότε γίναν οι σημαντικότερες εκατόμβες, χάρη στις οποίες δοξάστηκε... Είναι το μόνο αξιομνημόνευτο που κατάφεραν να βρουν οι άνθρωποι, οι μεν για τους δε, σ' απόσταση μερικών αιώνων, μερικών χρόνων, ακόμα και μερικών ωρών... Δεν πιστεύω στο μέλλον, Λόλα..."

Όταν ανακάλυψε μέχρι ποιου σημείου κόμπαζα για την επαίσχυντη κατάστασή μου, η Λόλα έπαψε εντελώς να με βρίσκει αξιολύπητο... Με θεώρησε αξιοκαταφρόνητο, αμετακλήτως.

Αποφάσισε να μ' εγκαταλείψει αυτοστιγμεί. Το 'χα παρακάνει. Όταν τη συνόδεψα ως το πορτάκι του Ασύλου μας εκείνο το βράδυ, δεν με φίλησε. (...)

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013

"Tα τραγούδια των ανθρώπων" - Ναζίμ Χικμέτ











 Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...



Απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος



 

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

"Ο τροχός του πεινασμένου" - Καίσαρας Βαλιέχο

 
         Μέσα από τα ίδια μου τα δόντια βγαίνω καπνίζοντας, 
φωνάζοντας, σπρώχνοντας,
κατεβάζοντας τα πανταλόνια μου...
Αδειάζει το στομάχι μου, αδειάζει το άντερό μου,
η δυστυχία με τραβάει μέσα από τα ίδια μου τα δόντια,
πιασμένον με μια οδοντογλυφίδα από το μανικέτι του πουκάμισού μου.

         Μια πέτρα για να κάτσω
δε θά 'χει για με τώρα;
Ακόμα κι εκείνη που πάνω της σκοντάφτει η λεχώνα,
η μάνα του αρνιού, η αιτία, η ρίζα, 
ούτε κι αυτή για μένα τώρα;
Τουλάχιστο εκείνη την άλλη,
που πέρασε σκυφτή μέσα από την ψυχή μου!

Ή, έστω,
την ασβεστόπετρα ή το κακό λιθάρι (ταπεινός ωκεανός)
ή εκείνη που δεν κάνει ούτε για να τη ρίξεις πετριά στον άνθρωπο, 
εκείνη, δώστε μου εκείνη εμένα τώρα!

          Τουλάχιστο εκείνη που βρήκανε περασμένη και μόνη σε μια προσβολή,
εκείνη, δώστε μου εκείνη εμένα τώρα!
Τουλάχιστον τη στριφτή και στεφανωμένη, που μέσα της αντηχεί
μόνο μια φορά το περπάτημα των όρθιων συνειδήσεων,
ή τουλάχιστο, εκείνη την άλλη, που σαϊτεμένη σε αξιοπρεπή καμπύλη,
θα πάει να πέσει μοναχή της, 
προσποιούμενη αληθινό σπλάχνο,
εκείνη, δώστε μου εκείνη εμένα τώρα!

          Ένα κομμάτι ψωμί, ούτε κι αυτό για μένα τώρα;
Δε χρειάζεται πια να είμαι αυτό που πάντα μου θα είμαι,
αλλά δώστε μου
μια πέτρα για να κάτσω,
αλλά δώστε μου,
σας παρακαλώ, ένα κομμάτι ψωμί να κάτσω επάνω,
αλλά δώστε μου,
στα ισπανικά,
κάτι, τέλος πάντων, να φάω, να πιώ, να ζήσω, να ξεκουραστώ,
κι ύστερα θα πηγαίνω...
Ανακαλύπτω ένα παράξενο σχήμα, είναι πολύ σκισμένο
και λερωμένο το πουκάμισό μου
και δεν έχω πια τίποτα, αυτό είναι φρικτό.





Το ποίημα ανήκει στην τρίτη συλλογή του Βαλιέχο με τίτλο "Poemas Humanos" (Ανθρώπινα Ποιήματα). Εδώ παρατίθεται όπως μεταφράστηκε από τα ισπανικά από τον Έλληνα ποιητή Ρήγα Καππάτο ("Cesar Vallejo, Ποιητικά Άπαντα" - Gutenberg, 2000).

"Oυλαλούμ..." - Γιάννης Σκαρίμπας











Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
και νειο φεγγάρι...

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

...Πως – νά, θα μείνει ο κόσμος με το "μ π α"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη...
............................................     

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ' αγάπησες Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου...


 Το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1938 στα "Νεοελληνικά Γράμματα" με τίτλο "Lacrimae hominis".




Το φθινόπωρο του 1979 ο Νικόλας Άσιμος κυκλοφορεί την Παράνομη κασέτα No.000002 με τίτλο: "Είμαι παλιάνθρωπος". Ένα από τα 8 τραγούδια της κασέτας είναι και το "Ουλαλούμ..." του Σκαρίμπα, μελοποιημένο από τον ίδιο τον τραγουδοποιό. 


 Ο Άσιμος συμπεριέλαβε το τραγούδι και στην τελευταία του (1987)Παράνομη κασέτα No.000008. Το περίφημο πλέον τραγούδι βρισκόταν και στο δίσκο που κυκλοφόρησε το 1989 (μετά το θάνατο του Άσιμου) και είχε τίτλο "Το φανάρι του Διογένη". Και τα 9 τραγούδια του δίσκου είχαν ηχογραφηθεί στην Παράνομη κασέτα Νο.000008. 


 Τέλος, το "Ουλαλούμ" συναντάται στην ελληνική δισκογραφία σε ακόμη μια εκτέλεση, αυτή τη φορά ερμηνευμένο από το Βασίλη Παπακωνσταντίνου, καθώς το 1997 ο τελευταίος συμπεριέλαβε το τραγούδι στο δίσκο του με τίτλο "Πες μου ένα ψέμα ν' αποκοιμηθώ".

Στη Μ.

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

"Αμαλίας και Λέλας Καραγιάννη γωνία"


 "Το εύλογο ερώτημα που γεννάται είναι τι συνέβη και το κράτος "θυμήθηκε" ξαφνικά τα στέκια "ανομίας", όπως εσχάτως χαρακτηρίζονται οι καταλήψεις από την πλειονότητα των αστικών ΜΜΕ."


O Fidel Livorno γράφει στο 3pointmagazine για τις πραγματικές αιτίες των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων που πραγματοποιήθηκαν τις περασμένες βδομάδες σε καταλήψεις και λοιπούς αυτοδιαχειριζόμενους κοινωνικούς χώρους.

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013

"Iστορίες του κ. Κόυνερ" - Μπέρτολτ Μπρεχτ


Αποσπάσματα από τις "Ιστορίες του κ. Κόυνερ (ή διαλεκτική σαν τρόπος ζωής)" του Μπέρτολτ Μπρεχτ, σε μετάφραση του Πέτρου Μάρκαρη.
 

Το ερώτημα αν υπάρχει θεός

Κάποιος ρώτησε τον κ. Κ. αν υπάρχει θεός. Ο κ. Κ. του είπε: Σε συμβουλεύω να σκεφτείς αν η συμπεριφορά σου αλλάξει ανάλογα με την απάντηση που θα δώσεις στο ερώτημα. Αν δεν αλλάξει τότε η ερώτηση είναι περιττή. Αν αλλάξει τότε μπορώ τουλάχιστον να σε βοηθήσω λέγοντας πως εσύ απόφασισες κιόλας: χρειάζεσαι ένα θεό.
  
Το ξαναντάμωμα

Ο κ. Κ. αντάμωσε κάποιον που είχε να τον δει πολύν καιρό. Μα εσείς δεν αλλάξατε καθόλου, του είπε ο άλλος καθώς τον χαιρετούσε. Ωχ, έκανε ο κ. Κ. και χλώμιασε.  

 

Κουβέντες

Εμείς οι δυο δεν έχουμε πια τίποτα να πούμε, είπε ο κ. Κ. σε κάποιον. Γιατί; ρώτησε ο άλλος τρομαγμένος. Γιατί όταν είμαι μαζί σου δε λέω καμιά λογική κουβέντα, παραπονέθηκε ο κ. Κ. Μα αυτό δε μ' ενοχλεί καθόλου, τον παρηγόρησε ο άλλος. Το πιστεύω, είπε με πικρία ο κ. Κ., ενοχλεί όμως εμένα.
  
Επιτυχία

Ο κ. Κ. είδε μια ηθοποιό να περνάει κι είπε: Είναι όμορφη. Τελευταία είχε επιτυχία χάρη στην ομορφιά της, τον πληροφόρησε ο συνοδός του. Ο κ. Κ. φουρκίστηκε κι είπε: Όχι, είναι όμορφη γιατί είχε επιτυχία.
 


Προσβολή που την ανέχεσαι

Κατηγόρησαν κάποιο συνεργάτη του κ. Κ. ότι κρατούσε στάση εχθρική απέναντί του. Ναι, αλλά μονάχα πίσω απ' την πλάτη μου, τον δικαιολόγησε ο κ. Κ.

   

Το πιο καλό ύφος

Η μοναδική παρατήρηση που έκανε ο κ. Κ. σχετικά με το ύφος είναι τούτη: Πρέπει να είναι αποφθεγματικό. Το απόφθεγμα είναι απρόσωπο. Ποιά είναι τα καλύτερα παιδιά; Εκείνα που σε κάνουν να ξεχνάς τον πατέρα τους.

   
Ο κ. Κ. και η ποίηση

Σαν τέλειωσε το διάβασμα μιας ποιητικής συλλογής ο κ. Κ. είπε: Στη Ρώμη απαγόρευαν στους υποψήφιους για δημόσιες υπηρεσίες να φοράνε, όταν εμφανίζονταν στο φόρουμ, ρούχα με τσέπες, για να μη δέχονται δωροδοκίες. Έτσι και οι ποιητές δε θά 'πρεπε να φοράνε ρούχα με μανίκια για να μη μπορούν να χύνουν αράδα στίχους.
  
Ο κ. Κ. σε ξένο σπίτι

Όταν ο κ. Κ. έμπαινε σε ξένο σπιτικό φρόντιζε, προτού πάει για ύπνο, να μαθαίνει τις εξόδους του σπιτιού και τίποτα άλλο. Όταν τον ρώτησαν γιατί το έκανε αυτό, εκείνος αποκρίθηκε αμήχανα: Αυτή είναι μια παλιά θλιβερή συνήθεια. Βλέπετε εγώ υποστηρίζω τη δικαιοσύνη, καλό είναι λοιπόν το σπίτι μουνα 'χει περισσότερες από μια εξόδους.


"Οι Δαιμονισμένοι" - Ντοστογιέφσκι


Συμπληρώνονται σήμερα 132 χρόνια από την ημέρα που άφησε την τελευταία του πνοή ο Φίοντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι ( 9 Νοεμβρίου 1821 - 28 Ιανουαρίου 1881). 

Αποτίοντας φόρο τιμής σ' έναν από τους μεγαλύτερους και πιο επιδραστικούς συγγραφείς όλων των εποχών, παραθέτουμε ένα απόσπασμα από το αριστουργηματικό του έργο "Οι Δαιμονισμένοι" (σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου).


"(...) Ο πρίγκηπάς μας, ξαφνικά και στα καλά καθούμενα, πρόσβαλε κατά τον χειρότερο τρόπο δυο-τρία πρόσωπα. Το σημαντικό, στην περίπτωση αυτή, ήταν που οι προσβολές του ξεπερνούσαν κάθε φαντασία, ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό απ’ αυτά που γίνονται συνήθως. Ήταν κάτι προσβολές ελεεινές, σαν αταξίες κακομαθημένου παιδιού, και –ένας διάβολος ξέρει πώς το ‘χε καταφέρει έτσι- εντελώς αδικαιολόγητες. Ένας απ’ τους πιο ευυπόληπτους εφόρους της λέσχης μας, ο Πέτρος Παύλοβιτς Γκαγκάνοβ, άνθρωπος ηλικιωμένος, που πρόσφερε μάλιστα αρκετές υπηρεσίες στην πατρίδα, είχε την αθώα συνήθεια να τελειώνει κάθε του κουβέντα με την εξής φράση: «Όχι δα, κανένας δεν μπορεί να με τραβήξει εμένα απ’ τη μύτη!». Φυσικά, αυτό δεν έβλαπτε κανέναν. Μια φορά όμως, στη λέσχη, όταν πρόφερε και πάλι τον ίδιο αφορισμό μέσα στην έξαψη της κουβέντας , όλοι οι θαμώνες της λέσχης που είχαν μαζευτεί γύρω του (κι όλοι τους άνθρωποι καθωσπρέπει), είδαν τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, που στεκόταν παράμερα μοναχός του (και κανένας δεν του ‘χε μιλήσει), να πλησιάζει ξαφνικά τον Πέτρο Παύλοβιτς κι εντελώς αναπάντεχα, με πολλή δύναμη όμως, να τον αρπάζει απ’ τη μύτη με τα δυο του δάχτυλα! Πρόφτασε και τον έσυρε στο κατόπι του δυο-τρία βήματα μες στη σάλα. Καμιά έχθρα δεν τον χώριζε με τον κύριο Γκαγκάνοβ. Θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί πως ήταν μια απλή μαθητική αταξία, εντελώς ασυγχώρητη φυσικά. Κι όμως, παρ’ όλ’ αυτά, έλεγαν αργότερα πως ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς τη στιγμή που έκανε ό,τι έκανε, ήταν σχεδόν βαθυστόχαστος, «λες και του ‘χαν στρίψει». Αυτό όμως το θυμήθηκαν και το σκέφτηκαν πολύ αργότερα. Στην αρχή θυμούνταν μονάχα τη δεύτερη στιγμή, όταν πια ήταν σίγουρο πως είχε πλήρη συναίσθηση αυτού που είχε κάνει, κι όχι μονάχα δεν τα είχε χάσει, μα απεναντίας, χαμογελούσε άγρια κι εύθυμα, «χωρίς να δείχνει πως το μετανιώνει καθόλου». Έγινε τρομερή φασαρία. Τον κυκλώσανε. Ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς γύριζε και τους κοίταζε όλους χωρίς ν’ απαντάει σε κανέναν, παρατηρώντας με περιέργεια τα πρόσωπα εκείνων που του ‘χαν βάλει τις φωνές. Τέλος, σαν να ξανάπεσε ξαφνικά σε συλλογή –έτσι μας τα είπαν τουλάχιστον-, έσμιξε τα φρύδια του, πλησίασε με βήμα σταθερό τον προσβλημένο Πέτρο Παύλοβιτς και, μιλώντας βιαστικά, φανερά λυπημένος, τραύλισε:



-Θα με συγχωρήσετε βέβαια... Αλήθεια, δεν ξέρω πώς μου ‘ρθε ξαφνικά η επιθυμία... Ανοησίες...

Ζήτησε συγγνώμη με τόση αφροντισιά που ήταν κάτι σαν μια δεύτερη προσβολή. Η φασαρία έφτασε στο κατακόρυφο. Ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς ανασήκωσε τους ώμους του και βγήκε.

Όλ’ αυτά ήταν μια ανοησία, αναισχυντία μάλιστα –μια αναισχυντία προμελετημένη (αυτό δα ήταν φανερό απ’ την πρώτη στιγμή), και πάει να πει πως ήταν μια προσχεδιασμένη θρασύτατη προσβολή, που έθιγε γενικά όλο τον καλό μας κόσμο. Όλοι αυτό το νόημα έδωσαν στην πράξη του. Το πρώτο που έκαναν, ήταν να διαγράψουν στη στιγμή κι ομόφωνα τον κύριο Σταυρόγκιν από μέλος της λέσχης. Ύστερα αποφάσισαν ν’ αναφερθούν από μέρους ολόκληρης της λέσχης στον κύριο νομάρχη, εκφράζοντάς του την παράκληση να χαλιναγωγήσει πάραυτα τον κακόβουλο ταραξία, πριν ακόμα φτάσει η υπόθεση προ του δικαστηρίου, αυτό τον πρωτευουσιάνο «φίλεριν νέον», «διά της διοικητικής εξουσίας ην διαθέτετε, κύριε νομάρχα, εξασφαλίζοντας ούτω την κοινωνίαν ημών από πάσης επιβουλεύσεως». Πρόσθεταν ακόμα με κακεντρέχεια πως «ευελπιστούσαν ότι θα εξευρίσκετο και διά τον κύριο Σταυρόγκιν κάποιος νόμος». Τη φράση αυτή τη σοφίστηκαν για να υπαινιχτούν τη συγγένειά του με τη Βαρβάρα Πετρόβνα. Με μεγάλη τους απόλαυση υπερβάλανε τα πράγματα. Ο νομάρχης, λες και το ‘κανε επίτηδες, έλειπε κείνες τις μέρες απ’ την πολιτεία μας. Είχε πάει κάπου εκεί κοντά να βαφτίσει το παιδί μιας χαριτωμένης χήρας, που ο άντρας της είχε πεθάνει αφήνοντάς τη σ’ ενδιαφέρουσα κατάσταση. Ήταν όμως γνωστό πως θα γύριζε γρήγορα. Περιμένοντάς τον, προσπάθησαν να παρηγορήσουν τον ευυπόληπτο και προσβλημένο Πέτρο Παύλοβιτς με τις θερμότερες εκδηλώσεις: τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν. Όλη η πολιτεία του ‘κανε επίσκεψη σπίτι του. Είχαν μάλιστα σκοπό να παραθέσουν γεύμα προς τιμήν του και μονάχα ύστερ’ από επίμονες παρακλήσεις του ίδιου εγκατέλειψαν αυτή την ιδέα, καταλαβαίνοντας ίσως επιτέλους πως, στο κάτω κάτω, δεν υπήρχε λόγος για γιορτές και πανηγύρια, μόνο και μόνο γιατί έτυχε και τον τράβηξαν τον άνθρωπο απ’ τη μύτη.


Κι όμως, πώς έγινε αυτό; Πώς ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο; Το αξιοσημείωτο είναι πως κανένας στην πολιτεία μας δεν απέδωσε το απρεπές εκείνο φέρσιμο σε τρέλα. Θα πει λοιπόν πως απ’ τον Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, αν και τον θεωρούσαν έξυπνο, ωστόσο το περίμεναν κάτι τέτοιο. Από μέρους μου εγώ, και τώρα ακόμα, δεν ξέρω τι εξήγηση να δώσω, παρόλο που’ χω υπόψη μου τα γεγονότα που ακολούθησαν αμέσως μετά, γεγονότα που θα ΄λεγε κανείς πως ξεκαθάρισαν τις αιτίες και, κατά τα φαινόμενα, τους έκανα όλους να ξαναβρούν την ηρεμία τους. Προσθέτω ακόμα πως ύστερ’ από τέσσερα χρόνια ο Νικολάι Βσεβολόντοβιτς, σε μια διακριτική μου ερώτηση αναφορικά μ’ αυτό το περιστατικό της λέσχης, μου απάντησε σκυθρωπός: «Ναι, ήμουν αρκετά άρρωστος τότε». Μα, ας τα πούμε καλύτερα όλα με τη σειρά τους.

Ακόμα, μου φάνηκε περίεργο και κείνο το μίσος που έδειξαν όλοι τους, κι ο τρόπος που ρίχτηκαν πάνω «στον ταραξία, τον πρωτευουσιάνο μονομάχο». Ήταν αμετάπειστοι στη γνώμη τους, πως όλ’ αυτά έγιναν ύστερ’ από θρασύτατη προμελέτη κι υπολογισμένη προπαρασκευή, με σκοπό να προσβάλουν συλλήβδην όλο τον καλό μας κόσμο. Όλοι έγιναν εχθροί του, και γιατί τάχα; Ως το τελευταίο περιστατικό δεν είπε κακό λόγο σε κανέναν, δεν πρόσβαλε κανέναν. Ήταν ευγενικός σαν καβαλιέρος από μοντέρνο φιγουρίνι, με την προϋπόθεση φυσικά πως αυτός ο τελευταίος θα μπορούσε να μιλήσει. Η γνώμη μου είναι πως τους έκανε και τον μίσησαν η μεγάλη του περηφάνια. Ακόμα και οι κυρίες μας, που στην αρχή τον λάτρευαν, φώναζαν τώρα πιο πολύ απ’ τους άντρες. (...)".


Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

"Ποιήματα" - Ντίνος Χριστιανόπουλος



ΤΕΛΟΣ

Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά,
καλύτερη κι απ' ό,τι λαχταρούσα,
τώρα που μού 'ρθαν όλα όπως τά 'θελα
κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,
νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει.




Ο,ΤΙ ΚΟΡΟΙΔΕΥΑ

Δεν έχω πια δικαίωμα να κλαίγομαι
τώρα που χόρτασα κι εγώ ψωμί κι αγάπη.
Οι στερημένοι δεν είναι πια αδέλφια μου,
οι πεινασμένοι δε μ' έχουν για δικό τους,
κι ούτε με ξελασπώνει που ταράζομαι
σαν τύχει κι αντικρίσω τη ματιά τους.


 Ντίνος Χριστιανόπουλος - "Ποιήματα" (εκδόσεις Ιανός)


Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2013

Η "Μεταμόρφωση" του Φραντς Κάφκα



"Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωινό από κακό όνειρο, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε γιγάντια κατσαρίδα".




Με αυτές τις λέξεις ξεκινάει η «Μεταμόρφωση» (Die Verwandlung), η νουβέλα του Φραντς Κάφκα, που μαζί με τη «Δίκη» και τον «Πύργο», αποτελούν τα πιο δημοφιλή έργα του.

Ο Fidel Livorno γράφει για το αριστούργημα του μεγάλου συγγραφέα στο διαδικτυακό περιοδικό 3pointmagazine.gr

Παρασκευή 11 Ιανουαρίου 2013

KATΩ ΤΑ ΞΕΡΑ ΣΑΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ




"Καφάρ" - Νίκος Καββαδίας

Σαν σήμερα πριν από 103 χρόνια, γεννήθηκε στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας ο ποιητής Νίκος Καββαδίας (11 Ιανουαρίου 1910 - 10 Φεβρουαρίου 1975).



  
Καφάρ

 Στο Γιώργο Παπά
   
Nα ζεις στην ίδια πολιτεία παντοτινά
και να 'χεις των αναχωρήσεων τη μανία,
μα φεύγοντας απ' το γραφείο τα βραδινά
να κάνεις οφθαλμοπορνεία στα καφενεία.

Άλλοτες είχαμε τα πλοία κρυφό σκοπό

μα ο κόσμος έγινε σαν αδειανή φυλλάδα,
είναι το ίδιο πια να μένεις στην Eλλάδα
με το να ταξιδεύεις στο Fernando Po.

Tα φορτηγά είναι κακοτάξιδα κι αργούν,

μέσ' στα ποστάλια πλήττεις, βλέποντας τουρίστες·
το να φορτώνεις μήνες ρύζια στο Pαγκούν
είν' πράμα που σκοτώνει τους αρτίστες.

Oι πόλοι γίνανε σε μας πολύ γνωστοί,

θαυμάσαμε πολλές φορές το βόρειο Σέλας,
κι έχουν οι πάγοι χρόνια τώρα σκεπαστεί
από αδειανά κουτιά σπανιόλικης σαρδέλας.

Στην Tαϊτή έζησε μήνες κι ο Λοτί·

αν πας λιγάκι παρακάτου, στις Mαρκίζες,
που άλλοτες τρώγανε μπανάνες κι άγριες ρίζες,
καλλυντικά τώρα πουλάνε του Coty.

Oι Γιαπωνέζες, τα κορίτσια στη Xιλή

κι οι μαύρες του Mαρόκου που πουλάνε μέλι,
έχουν σαν όλες τις γυναίκες τα ίδια σκέλη
και δίνουν με τον ίδιο τρόπο το φιλί.

H αυτοκτονία, προνόμιο πια στα θηλυκά―

κάποτες κάναμε κι εμείς αυτή τη σκέψη.
Πεθαίνεις πιο σιγά με τα ναρκωτικά,
μα τελευταία τα 'χουν κι αυτά πολύ νοθέψει.


Από την ποιητική συλλογή με τίτλο "Μαραμπού" (1933)



"Σε περιμένω παντού" - Τάσος Λειβαδίτης



Κι ἂν ἔρθει κάποτε ἡ στιγμὴ νὰ χωριστοῦμε, ἀγάπη μου,
μὴ χάσεις τὸ θάρρος σου.
Ἡ πιὸ μεγάλη ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι νὰ ᾿χει καρδιά.
Μὰ ἡ πιὸ μεγάλη ἀκόμα, εἶναι ὅταν χρειάζεται
νὰ παραμερίσει τὴν καρδιά του.

Τὴν ἀγάπη μας αὔριο, θὰ τὴ διαβάζουν τὰ παιδιὰ στὰ σχολικὰ βιβλία, πλάι στὰ ὀνόματα τῶν ἄστρων καὶ τὰ καθήκοντα τῶν συντρόφων.
Ἂν μοῦ χάριζαν ὅλη τὴν αἰωνιότητα χωρὶς ἐσένα,
θὰ προτιμοῦσα μιὰ μικρὴ στιγμὴ πλάι σου.

Θὰ θυμᾶμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερὰ καὶ μεγάλα,
σὰ δύο νύχτες ἔρωτα, μὲς στὸν ἐμφύλιο πόλεμο.

Ἄ! ναί, ξέχασα νὰ σοῦ πῶ, πὼς τὰ στάχυα εἶναι χρυσὰ κι ἀπέραντα, γιατὶ σ᾿ ἀγαπῶ.

Κλεῖσε τὸ σπίτι. Δῶσε σὲ μιὰ γειτόνισσα τὸ κλειδὶ καὶ προχώρα. Ἐκεῖ ποὺ οἱ φαμίλιες μοιράζονται ἕνα ψωμὶ στὰ ὀκτώ, ἐκεῖ ποὺ κατρακυλάει ὁ μεγάλος ἴσκιος τῶν ντουφεκισμένων. Σ᾿ ὅποιο μέρος τῆς γῆς, σ᾿ ὅποια ὥρα,
ἐκεῖ ποὺ πολεμᾶνε καὶ πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ ἕνα καινούργιο κόσμο... ἐκεῖ θὰ σὲ περιμένω, ἀγάπη μου!


Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

"Spleen" - Κάρολος Μπωντλαίρ

 









Είμαι σαν ένας βασιλιάς σε βροχερό ένα μέρος,
πλούσιος μα χωρίς δύναμη, νιός κι όμως πολύ γέρος,
που στους σοφούς του αδιάφορος που σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει με τα γεράκια του, τ' άλογα, τα σκυλιά του.
Κυνήγι, ζώα, τίποτα πια αυτόν δεν τον φαιδρύνει,
ούτε ο λαός του που μπροστά στ' ανάκτορα του φθίνει.

Μα και τ' αστεία που ο τρελός παλιάτσος κάνει εμπρός του,

δε διώχνουν τη βαρυθυμιά του άκαρδου αυτού αρρώστου·
τάφο την κλίνη του θαρρεί, που 'χει κρινένιαν άρμα
κ' οι αυλικές που βασιλιά σαν δουν τον βρίσκουν χάρμα,
δεν ξέρουν πια με τι άσεμνες στολές να φιγουράρουν,
ίσως απ’ το κουφάρι αυτό χαμόγελο ένα πάρουν.

Κι ο αλχημιστής όπου μπορεί χρυσάφι να του κάνει,

δεν μπόρεσε από μέσα του το μαρασμό να βγάνει,
κι ούτε μες τα αιμάτινα ρωμαϊκά λουτρά,
που τα θυμούνται οι άρχοντες πάνω στα γερατιά,
δεν μπόρεσε το πτώμα αυτό το ηλίθιο ν' αναστήσει,
που αντίς για αίμα μέσα του, της Λήθης τρέχει η βρύση.


Μετάφραση: Γιώργης Σημηριώτης