Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Συνέντευξη του Ορφέα Περίδη στο 3pointmagazine

"To τραγούδι είναι μονάχα μια στιγμή". 


 Mε αφορμή την επιστροφή του στις ζωντανές εμφανίσεις, ο Ορφέας Περίδης μιλά στο 3pointmagazine.gr, θυμάται τα παλιά και προλογίζει τη νέα του περιοδεία.

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

"Θα είναι πολύ εύκολο" - Αλ Μάζαρικ

Αλ Μάζαρικ

 Θα έρθει κάποια νύχτα, την ώρα που κοιμάσαι
και θα γλιστρήσει στο κρεβάτι σου
σαν τη γάτα που πάει σιγά σιγά να κλέψει
θα σταθεί να σε κοιτάξει που κοιμάσαι
και θα ζυγιάσει το κορμί σου
σαν ναυτικός σ' ένα
μπουρδέλο της Τιχουάνα.

οι κουρτίνες θα κουνηθούν
αν τις έχεις κρεμάσει
& εκείνο θα πλησιάσει ακόμη πιο κοντά
μέχρι ν' ακουμπήσει το πρόσωπό σου
πάλι σαν τη γάτα
θα σου ρουφήξει απ' τη μύτη την ανάσα
την ώρα που θα κοιμάσαι.

και μαζί με την πνοή σου
θα σου πάρει τα όνειρα
& το μυαλό θα σταματήσει
σαν πεθαμένη μηχανή αυτοκινήτου
που αφήνει το τελευταίο πουφ απ' την εξάτμιση.

πουλάκια θα τσιτσιρίζουνε
στις τουαλέτες θα τραβάνε καζανάκια
& όλα θα 'ναι τόσο απλά
όταν θα φύγει από πάνω σου η ζωή
όπως μια γριά που σηκώνεται
απ' την κουνιστή πολυθρόνα της
το φως σβήνει γίνεται σκοτάδι
μέχρι να χαθεί εντελώς.

έτσι όπως σβήνουν τα φώτα στο δρόμο
γύρω στις 5 το πρωί.

__________________________________


Το ποίημα βρίσκεται στο βιβλίο "Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών", που έχει μεταφράσει κι επιμεληθεί ο Τέος Ρόμβος (ΧΑΟΣ & ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ, ΑΘΗΝΑ 1992).

Tέος Ρόμβος

Εκτός του Μάζαρικ, στο βιβλίο θα βρείτε ποιήματα και κείμενα των Ουάντα Κόλμαν, Τζέραλντ Λόκλιν, Λίντα Κίνγκ, Χάρολντ Νορς, Νέλσον Όλγκριν, Τζακ Μίσλιν, Νάιλα Νόρθσαν, Τσαρλς Μπουκόφσκι, Νίλι Τσερκόφσκι και Τσαρλς Πλάιμελ.

Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το βιβλίο ΕΔΩ, ενώ για περισσότερες πληροφορίες για τον Τέο Ρόμβο, μπορείτε να επισκεφτείτε το BLOG του.


Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Το τελευταίο γράμμα του Μαγιακόφσκι


Σε όλους

Για το θάνατό μου μην κατηγορήσετε κανένα
και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά.
Το απεχθανόταν αυτό φοβερά ο μακαρίτης.
Μητέρα, αδελφές και σύντροφοι, συγχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος-
(δεν τον συμβουλεύω σε άλλους)
μα δεν έχω διέξοδο. Λίλια αγάπαμε.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι
η Λίλια Μπρικ, η μητέρα, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλοτοβα Πολόνσκαγια.
Αν τους εξασφαλίσεις μια υποφερτή ζωή, ευχαριστώ.
 
Τ’ αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ.
Αυτοί θα τα ξεδιαλύνουν.
“Το επεισόδιο θεωρείται λήξαν” καθώς λεν
και εμείς ας πούμε
τη βάρκα του έρωτα
τη συνέτριψε η ζωή.
Είμαστε πάτσι τώρα οι δυό μας
και δεν έχει νόημα να καταγραφούνε κάθε αμοιβαίος πόνος, συμφορά και προσβολή.
Να ‘στε καλά.
Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι

Υστερόγραφο 12.IV.30
Σύντροφοι της ΡΑΠΠ. Μη με θεωρήσετε λιγόψυχο.
Σοβαρά, τίποτα δεν μπορεί να γίνει.
Γειά σας.
Πέστε του Γιερμίλοφ, λυπάμαι που έβγαλα το σύνθημα,
έπρεπε να συνεχίσω τον καυγά ως το τέλος.
Β.Μ.
 
Στο τραπέζι μου είναι 2.000 ρούβλια – δώστε τα στην Εφορία.
Τα υπόλοιπα πάρτε τα απ’ τις Κρατικές Εκδόσεις.
Β.Μ.


 

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

"Ποιήματα ΙΙ" - Ντίνος Χριστιανόπουλος


 Aπολογισμός της μοναξιάς
 
Σπασμένες μέσα μου εικόνες ανταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σε ξένες αγκαλιές,
απελπισμένο κρέμασμα από λαγόνια ξένα.
Πέσιμο εκεί που μονάχα η μοναξιά οδηγεί:
να υποτάξω ακόμη και το πνεύμα μου,
να το προσφέρω σαν την έσχατην υποταγή.


Με κατάνυξη

Έλα να ανταλλάξουμε κορμί και μοναξιά.
Να σου δώσω απόγνωση να μην είσαι ζώο,
να μου δώσεις δύναμη, να μην είμαι ράκος.
Να σου δώσω συντριβή, να μην είσαι μούτρο,
να μου δώσεις χόβολη, να μην ξεπαγιάσω.
Κι ύστερα να πέσω με κατάνυξη στα πόδια σου,
για να μάθεις πια να μην κλωτσάς.



Στη Μ.

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

"Η διακριτική υποκρισία της μπουρζουαζίας"

"Ενώ οι επαγγελματίες ρουφιάνοι του συστήματος σπεύδουν να βαφτίσουν τρομοκράτες όσους ληστεύουν τράπεζες και βάζουν βόμβες σε μεγάλα εμπορικά κέντρα, την ίδια ώρα κάνουν τα «στραβά μάτια» στην ωμή βία που ασκεί το κράτος σε όποιον τολμά να αμφισβητήσει την εξουσία του".



Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

"Ο ουρανός"- Μανώλης Αναγνωστάκης

                                                     
 Πρῶτα νὰ πιάσω τὰ χέρια σου
Νὰ ψηλαφίσω τὸ σφυγμό σου
Ὕστερα νὰ πᾶμε μαζὶ στὸ δάσος
Ν᾿ ἀγκαλιάσουμε τὰ μεγάλα δέντρα
Ποὺ στὸν κάθε κορμὸ ἔχουμε χαράξει
Ἐδῶ καὶ χρόνια τὰ ἱερὰ ὀνόματα
Νὰ τὰ συλλαβίσουμε μαζὶ
Νὰ τὰ μετρήσουμε ἕνα-ἕνα
Μὲ τὰ μάτια ψηλὰ στὸν οὐρανὸ σὰν προσευχή.

Τὸ δικό μας τὸ δάσος δὲν τὸ κρύβει ὁ οὐρανός.

Δὲν περνοῦν ἀπὸ δῶ ξυλοκόποι.

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

"Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας" - Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες

(...) To Σάββατο το πρωί, αφού πολύ το σκέφτηκε, ο Φλορεντίνο Αρίσα έστειλε ξανά το περιστέρι μ' άλλο ραβασάκι χωρίς υπογραφή. Τούτη τη φορά δεν χρειάστηκε να περιμένει μέχρι την επόμενη μέρα. Το απόγευμα, το ίδιο παιδί, του το έφερε ξανά πίσω, σ' άλλο κλουβί, με την παραγγελία πως: εδώ σας στέλνει ξανά το περιστέρι που ξανάφυγε, και το οποίο προχθές σας επέστρεψε, επειδή έχει καλή ανατροφή κι αυτή τη φορά σας το στέλνει, επειδή είναι κρίμα, αλλά τώρα πια είναι αλήθεια πως δε θα σας το ξαναεπιστρέψει αν το αφήσετε να φύγει πάλι. Η Τράνσιτο Αρίσα διασκέδασε με τις ώρες με το περιστέρι, το έβγαλε από το κλουβί, το νανούρισε στα μπράτσα της, προσπάθησε να το αποκοιμήσει με παιδικά τραγουδάκια και ξαφνικά κατάλαβε πως είχε στο δαχτυλίδι, στο πόδι του, ένα χαρτάκι με μια μόνο φράση: "Δε δέχομαι ανώνυμους". Ο Φλορεντίνο Αρίσα το διάβασε ξετρελαμένος, λες κι είχε ολοκληρωθεί η πρώτη του περιπέτεια και μόλις που μπόρεσε να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα στριφογυρίζοντας από ανυπομονησία. Την επομένη πολύ νωρίς, πριν φύγει για το γραφείο, άφησε ελεύθερο το περιστέρι μ' ένα ερωτικό γραμματάκι υπογραμμένο ξεκάθαρα με τ' όνομά του και του έβαλε ακόμα στο δαχτυλίδι το πιο φρέσκο τριαντάφυλλο, το πιο χτυπητό κι ευωδιαστό του κήπου του.

Δεν ήταν τόσο εύκολη. Μετά από τρεις μήνες πολιορκία η ωραία περιστερού εξακολούθησε ν' απαντάει το ίδιο: "Εγώ δεν είμαι απ' αυτές". Αλλά ποτέ δε σταμάτησε να δέχεται τα μηνύματα ή να πηγαίνει στα ραντεβού που κανόνιζε ο Φλορεντίνο Αρίσα με τέτοιον τρόπο που να μοιάζουν τυχαίες συναντήσεις. Δεν αναγνώριζε τον εαυτό του: ο εραστής που ποτέ δε φανερωνόταν, ο πιο άπληστος για έρωτα, αλλά κι ο πιο τσιγκούνης, αυτός που δεν έδινε τίποτα και τα ήθελε όλα, αυτός που ποτέ δεν επέτρεψε να του αφήσουν στην καρδιά ένα περαστικό αποτύπωμα, ο κυνηγός που παραμόνευε, ξεσπάθωσε με μια παράφορη ανταλλαγή από υπογραμμένα γράμματα, γενναιοδωρίες, απερίσκεπτες βόλτες στο σπίτι της περιστερούς, ακόμα και σε δυο περιστάσεις που ο σύζυγος δεν έλειπε σε ταξίδι, ούτε βρισκόταν στην αγορά. Ήταν η μόνη φορά, από τον καιρό του πρώτου έρωτα, που είχε νιώσει τρυπημένος από ένα βέλος.

Έξι μήνες μετά την πρώτη συνάντηση, βρέθηκαν τελικά στην καμπίνα ενός ποταμόπλοιου που περίμενε για επισκευή στις αποβάθρες του ποταμού. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Η Ολυμπία Σουλέτα έκανε εύθυμα έρωτα, σαν αναστατωμένη περιστέρα και της άρεσε να μένει γυμνή πολλές ώρες, ενώ ξεκουραζόταν με το πάσο της, με τόσο έρωτα όσο και στον ίδιο τον έρωτα. Η καμπίνα ήταν ξεχαρβαλωμένη, μισοβαμμένη κι η μυρουδιά από νέφτι ήταν ωραία για να μείνει στη θύμηση συνδυασμένη μ' ένα ευτυχισμένο απόγευμα. Ξαφνικά, ικανοποιώντας μια ασυνήθιστη έμπνευση, ο Φλορεντίνο Αρίσα άνοιξε ένα κουτί με κόκκινη μπογιά που βρισκόταν κοντά στην κουκέτα, μούσκεψε το δείκτη του και ζωγράφισε, χαμηλά στην κοιλιά της ωραίας περιστερούς ένα ματωμένο βέλος που έδειχνε προς το νότο κι έγραψε:  Αυτό το μουνάκι είναι δικό μου. Εκείνη την ίδια νύχτα, η Ολυμπία Σουλέτα ξεντύθηκε μπροστά στον άντρα της, χωρίς να θυμηθεί την επιγραφή κι εκείνος δεν είπε κουβέντα, ούτε και κόπηκε η αναπνοή του, τίποτα, μόνο πήγε στο μπάνιο για το ξυράφι του, ενώ εκείνη έβαζε τη νυχτικιά της, και της έκοψε το λαρύγγι μια κι έξω. (...)

Aπόσπασμα από το βιβλίο "Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας" του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (μετάφραση από τα ισπανικά: Κλαίτη Σωτηριάδου - Μπαράχας)

Πέμπτη, 14 Φεβρουαρίου 2013

"Φασισμός και ατομική ευθύνη"

" (...) Η ιδεολογία του φασισμού είναι αδύναμη, ασθενική. Γι' αυτό και στους θιασώτες της αρέσει τόσο πολύ η σωματική δύναμη: Γιατί έχουν την ψευδαίσθηση ότι μέσω αυτής, θα μπορέσουν να καλύψουν τα ιδεολογικά τους κενά. (...) "


Το πρώτο άρθρο του  Fidel Livorno στο 3pointmagazine.

Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2013

"Τζάνκι" - Ουίλιαμ Σ. Μπάροουζ


 Απόσπασμα από το βιβλίο ( εκδόσεις Τόπος, μετάφραση Γιώργος Μπέτσος):

(...) Είχα να πάρω πρέζα δυο μήνες. Όταν ξεκόβεις από την πρέζα κάθε στιγμή σού φαίνεται ίδια με την προηγούμενη, ωστόσο θυμάσαι τις ώρες που βαρούσες, τον στατικό τρόμο της πρέζας, τη ζωή σου να αφομοιώνεται από το χέρι σου τρεις φορές τη μέρα. Κάθε δόση να σε φέρνει πιο κοντά στην τελευταία σου.

Πήρα ένα περιοδικό με γελοιογραφίες από το διπλανό τραπέζι. Ήταν προχτεσινό. Το άφησα. Δεν είχα να κάνω τίποτα. Δεν είχα που να πάω. Η γυναίκα μου ήταν με τα παιδιά στο Ακαπούλκο. Το έβαλα για το σπίτι μου και ένα τετράγωνο μακριά είδα τον Άικ.


Μερικοί άνθρωποι ξεχωρίζουν ακόμα και από το τέρμα του οπτικού σου πεδίου· άλλους για να τους γνωρίσεις πρέπει να βρεθείς σε απόσταση επαφής. Τα περισσότερα πρεζόνια τα ξεχωρίζεις από μακριά. Κάποτε μου ανέβαινε η πίεση από ηδονή μόλις έβλεπα τον γερο-Άικ. Όταν πρεζάρεσαι, η θέα του πρεζέμπορα σου δημιουργεί τα ίδια συναισθήματα με αυτή του εραστή σου. Ανυπομονείς να ακούσεις τον χαρακτηριστικό ήχο των βημάτων του στον διάδρομο, τον ξεχωριστό τρόπο που χτυπάει την πόρτα, εξετάζεις τα πρόσωπα των ανθρώπων που σε πλησιάζουν στον δρόμο για να δεις αν είναι αυτός. Φαντασιώνεσαι κάθε λεπτομέρεια του παρουσιαστικού του σαν να στεκόταν μπροστά σου στην πόρτα και να σου πέταγε το συνηθισμένο αστείο των πρεζεμπόρων: "Θα σε στεναχωρήσω, αλλά δεν βρήκα να ψωνίσω". Τον φαντασιώνεσαι την ώρα που παρακολουθεί την έκφραση της ελπίδας και της αγωνίας στο πρόσωπό σου, καθώς απολαμβάνει την αίσθηση της ευεργετικής του εξουσίας, της εξουσίας τού να προσφέρει και να κατακρατεί. Ο Πατ στη Νέα Ορλεάνη το έκανε συνεχώς. Το ίδιο και ο Μπιλ Γκέινς στην Νέα Υόρκη. Ο γερο-Άικ μπορεί να σου ορκιζόταν ότι δεν έχει καθόλου και έπειτα σου έβαζε το φακελάκι στην τσέπη και σου έλεγε "Να, πάνω σου το είχες τόση ώρα".


 

Όμως πλέον είχα ξεκόψει. Παρ' όλα αυτά, δεν θα έλεγα όχι για λίγη μορφίνη πριν πάω για ύπνο, ή ακόμα καλύτερα, για ένα σπίντμπολ, μισό κοκαϊνη μισό μορφίνη. Πρόφτασα τον Άικ στην πόρτα του σπιτιού. Ακούμπησα το χέρι μου στον ώμο του και αυτός γύρισε. Όταν με αναγνώρισε μού χαμογέλασε με το χαμόγελο ξεδοντιάρας γριάς πρεζούς.

"Γεια", είπε.
"Χρόνια και ζαμάνια", είπα. "Πού έχεις χαθεί;"
Γέλασε. "Με χώσανε μέσα", είπε. "Τέλος πάντων, δεν ήθελα να 'ρθω γιατί ήξερα ότι έχεις ξεκόψει. Δεν παίρνεις τίποτα;"
"Τίποτα".
"Άρα δεν θες καμιά ενεσούλα", είπε χαμογελώντας ο γερο-Άικ.
"Κοίτα..." Ένιωσα αυτή την παλιά έξαψη, όπως όταν συναντάς κάποιον με τον οποίον στο παρελθόν πηδιόσουν και ξαφνικά η έξαψη αυτή επανέρχεται και γνωρίζετε και οι δυο πως θα ξαναπηδηχτείτε.

Ο Άικ έκανε μια χειρονομία αγανάκτησης. "Έχω περίπου δέκα μιλιγκράμ. Δεν μου κάνουν τίποτα εμένα. Έχω και λίγη κόκα".
"Έλα μέσα", του είπα. (...)


"Τρώει την πέτρα σαν ψωμί, ο Καίσαρας Βαλιέχο..."

"Τον Δεκέμβριο του 2006 ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου κυκλοφορεί τον "Διάφανο". Ποιός είναι ο διάφανος; Ποιός είναι ο Καίσαρας Βαλιέχο;"


Ο Fidel Livorno γράφει στο 3pointmagazine για τον "Διάφανο" του Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Καίσαρα Βαλιέχο, έναν από τους μεγαλύτερους ισπανόφωνους ποιητές του 20ου αιώνα.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2013

"Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" - Σελίν


 Απόσπασμα από το διάσημο βιβλίο του Λουί Φερντινάν Σελίν σε μετάφραση της Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου (εκδόσεις "Εστία")

(...) Οι πάντες κλαίγαν σαν βρύσες στο εντευκτήριο, το βράδυ προπαντός. Η ανημπόρια του κόσμου μπρος στον πόλεμο ερχόταν να κλάψει εδώ, μόλις οι γυναίκες και τα κουτσούβελα απομακρύνονταν στον θαμπό απ' το φωταέριο διάδρομο, με τη λήξη των επισκέψεων, σέρνοντας τα ποδάρια. Ένα μεγάλο κοπάδι κλαψιάρηδων ήταν, τίποτε άλλο, ένα σίχαμα.

Για τη Λόλα, το να 'ρχεται να με βλέπει σ' αυτή την ιδιότυπη φυλακή ήταν ακόμα μια περιπέτεια. Δεν κλαίγαμε εμείς οι δυο. Δεν είχαμε από πού να τ' αντλήσουμε τα δάκρυα.

"Είναι αλήθεια ότι είσαι πραγματικά τρελός, Φερδινάνδε;" με ρώτησε μια Πέμπτη.
"Είμαι!" ομολόγησα εγώ.
"Και δηλαδή, θα σε γιατρέψουν εδώ;"
"Δε γιατρεύεται ο φόβος, Λόλα."
"Τόσο πολύ λοιπόν φοβάσαι;"
"Κι ακόμα πιο πολύ, Λόλα, φοβάμαι τόσο, βλέπεις, που αν πεθάνω από δικό μου θάνατο, αργότερα, δε θέλω με τίποτα να με κάψουν! Θα 'θελα να μ' αφήσουν στο χώμα, να σαπίσω στο νεκροταφείο, ήσυχα, εκεί δα, έτοιμο να ξαναζήσω ίσως... Δεν ξέρεις ποτέ! Ενώ αν με κάναν στάχτη, Λόλα, με νιώθεις, τέρμα όλα, τέρμα... Ο σκελετός, όσο να 'ναι, μοιάζει ακόμα λιγάκι μ' άνθρωπο... Είναι πιο έτοιμος να ξαναζήσει απ' ό,τι η στάχτη... Με τη στάχτη τέρμα τα δίφραγκα!... Τι λες κι εσύ;... Ο πόλεμος λοιπόν..."
"Α, μα είσαι πέρα για πέρα άνανδρος, Φερδινάνδε! Σιχαμερός σαν ποντίκι..."
"Ναι, πέρα για πέρα άνανδρος, Λόλα, τον αρνούμαι τον πόλεμο με ό,τι έχει μέσα... Δεν τον θρηνώ εγώ... Δεν παραιτούμαι εγώ... Δεν τον μοιρολογάω... τον αρνούμαι καθαρά και ξάστερα, κι όλους μαζί τους λεβέντες που περιέχει, δε θέλω να 'χω τίποτα να κάνω μαζί τους, μαζί του. Δεν πα να 'ναι εννιακόσια ογδόντα πέντε εκατομμύρια του λόγου τους κι εγώ μονάχα ένας, αυτοί έχουν άδικο, Λόλα κι εγώ δίκιο, γιατί μόνο εγώ ξέρω τι θέλω: δε θέλω πια να πεθάνω."
"Μα είναι αδύνατον ν' αρνηθείς τον πόλεμο, Φερδινάνδε! Μόνο οι τρελοί κι οι άνανδροι αρνούνται τον πόλεμο όταν κινδυνεύει η Πατρίδα τους..."
"Ε, λοιπόν, να ζήσουν οι τρελοί και οι άνανδροι! Ή μάλλον να επιζήσουν! Θυμάσαι, ας πούμε, Λόλα, τ' όνομα έστω κι ενός στρατιώτη απ' όσους σκοτώθηκαν στον Εκατονταετή Πόλεμο;... Προσπάθησες να μάθεις έστω κι ένα από κείνα τα ονόματα;... Όχι, έτσι δεν είναι;... Ποτέ σου δεν προσπάθησες; Σου 'ναι όλα τόσο ανώνυμα, τόσο αδιάφορα και τόσο άγνωστα όσο και το τελευταίο μόριο τούτου δω του πρες παπιέ, όσο και το πρωινό σκατό σου... Βλέπεις λοιπόν που πεθάναν για το τίποτα, Λόλα! Για το απολύτως τίποτα, οι κόπανοι! Σε διαβεβαιώ! Είναι αποδεδειγμένο! Μόνο η ζωή μετράει. Σε δέκα χιλιάδες χρόνια από τώρα, σου πάω στοίχημα, τούτος ο πόλεμος, όσο κι αν σήμερα σου φαίνεται σπουδαίος, θα 'χει παντελώς ξεχαστεί. Το πολύ πολύ να τσακώνονται ακόμα, εδώ κι εκεί, καμιά ντουζίνα καλαμαράδες γι' αυτόν και για το πότε γίναν οι σημαντικότερες εκατόμβες, χάρη στις οποίες δοξάστηκε... Είναι το μόνο αξιομνημόνευτο που κατάφεραν να βρουν οι άνθρωποι, οι μεν για τους δε, σ' απόσταση μερικών αιώνων, μερικών χρόνων, ακόμα και μερικών ωρών... Δεν πιστεύω στο μέλλον, Λόλα..."

Όταν ανακάλυψε μέχρι ποιου σημείου κόμπαζα για την επαίσχυντη κατάστασή μου, η Λόλα έπαψε εντελώς να με βρίσκει αξιολύπητο... Με θεώρησε αξιοκαταφρόνητο, αμετακλήτως.

Αποφάσισε να μ' εγκαταλείψει αυτοστιγμεί. Το 'χα παρακάνει. Όταν τη συνόδεψα ως το πορτάκι του Ασύλου μας εκείνο το βράδυ, δεν με φίλησε. (...)

Σάββατο, 2 Φεβρουαρίου 2013

"Tα τραγούδια των ανθρώπων" - Ναζίμ Χικμέτ











 Τα τραγούδια των ανθρώπων
είναι πιο όμορφα από τους ίδιους
πιο βαριά από ελπίδα
πιο λυπημένα
πιο διαρκή.

Πιότερο απ' τους ανθρώπους
τα τραγούδια τους αγάπησα.
Χωρίς ανθρώπους μπόρεσα να ζήσω,
όμως ποτέ χωρίς τραγούδια
μου 'τυχε ν' απιστήσω κάποτε
στην πολυαγαπημένη μου,
όμως ποτέ μου στο τραγούδι
που τραγούδησα για αυτήν
ούτε ποτέ και τα τραγούδια
μ' απατήσανε.

Όποια κι αν είναι η γλώσσα τους
πάντοτε τα τραγούδια τα κατάλαβα.

Σ'αυτόν τον κόσμο τίποτα
απ' όσα μπόρεσα να πιω
και να γευτώ
απ' όσες χώρες γνώρισα
απ' όσα μπόρεσα να αγγίξω
και να νιώσω
τίποτα, τίποτα
δε μ' έκανε έτσι ευτυχισμένον
όσο τα τραγούδια...



Απόδοση στα ελληνικά: Γιάννης Ρίτσος



 

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2013

"Ο τροχός του πεινασμένου" - Καίσαρας Βαλιέχο

 
         Μέσα από τα ίδια μου τα δόντια βγαίνω καπνίζοντας, 
φωνάζοντας, σπρώχνοντας,
κατεβάζοντας τα πανταλόνια μου...
Αδειάζει το στομάχι μου, αδειάζει το άντερό μου,
η δυστυχία με τραβάει μέσα από τα ίδια μου τα δόντια,
πιασμένον με μια οδοντογλυφίδα από το μανικέτι του πουκάμισού μου.

         Μια πέτρα για να κάτσω
δε θά 'χει για με τώρα;
Ακόμα κι εκείνη που πάνω της σκοντάφτει η λεχώνα,
η μάνα του αρνιού, η αιτία, η ρίζα, 
ούτε κι αυτή για μένα τώρα;
Τουλάχιστο εκείνη την άλλη,
που πέρασε σκυφτή μέσα από την ψυχή μου!

Ή, έστω,
την ασβεστόπετρα ή το κακό λιθάρι (ταπεινός ωκεανός)
ή εκείνη που δεν κάνει ούτε για να τη ρίξεις πετριά στον άνθρωπο, 
εκείνη, δώστε μου εκείνη εμένα τώρα!

          Τουλάχιστο εκείνη που βρήκανε περασμένη και μόνη σε μια προσβολή,
εκείνη, δώστε μου εκείνη εμένα τώρα!
Τουλάχιστον τη στριφτή και στεφανωμένη, που μέσα της αντηχεί
μόνο μια φορά το περπάτημα των όρθιων συνειδήσεων,
ή τουλάχιστο, εκείνη την άλλη, που σαϊτεμένη σε αξιοπρεπή καμπύλη,
θα πάει να πέσει μοναχή της, 
προσποιούμενη αληθινό σπλάχνο,
εκείνη, δώστε μου εκείνη εμένα τώρα!

          Ένα κομμάτι ψωμί, ούτε κι αυτό για μένα τώρα;
Δε χρειάζεται πια να είμαι αυτό που πάντα μου θα είμαι,
αλλά δώστε μου
μια πέτρα για να κάτσω,
αλλά δώστε μου,
σας παρακαλώ, ένα κομμάτι ψωμί να κάτσω επάνω,
αλλά δώστε μου,
στα ισπανικά,
κάτι, τέλος πάντων, να φάω, να πιώ, να ζήσω, να ξεκουραστώ,
κι ύστερα θα πηγαίνω...
Ανακαλύπτω ένα παράξενο σχήμα, είναι πολύ σκισμένο
και λερωμένο το πουκάμισό μου
και δεν έχω πια τίποτα, αυτό είναι φρικτό.





Το ποίημα ανήκει στην τρίτη συλλογή του Βαλιέχο με τίτλο "Poemas Humanos" (Ανθρώπινα Ποιήματα). Εδώ παρατίθεται όπως μεταφράστηκε από τα ισπανικά από τον Έλληνα ποιητή Ρήγα Καππάτο ("Cesar Vallejo, Ποιητικά Άπαντα" - Gutenberg, 2000).

"Oυλαλούμ..." - Γιάννης Σκαρίμπας











Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε όξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.

Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει φώτα και βροχή
και νειο φεγγάρι...

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μου αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

...Πως – νά, θα μείνει ο κόσμος με το "μ π α"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη...
............................................     

Νύχτωσε και δε φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ μ' αγάπησες Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματά μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου...


 Το ποίημα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1938 στα "Νεοελληνικά Γράμματα" με τίτλο "Lacrimae hominis".




Το φθινόπωρο του 1979 ο Νικόλας Άσιμος κυκλοφορεί την Παράνομη κασέτα No.000002 με τίτλο: "Είμαι παλιάνθρωπος". Ένα από τα 8 τραγούδια της κασέτας είναι και το "Ουλαλούμ..." του Σκαρίμπα, μελοποιημένο από τον ίδιο τον τραγουδοποιό. 


 Ο Άσιμος συμπεριέλαβε το τραγούδι και στην τελευταία του (1987)Παράνομη κασέτα No.000008. Το περίφημο πλέον τραγούδι βρισκόταν και στο δίσκο που κυκλοφόρησε το 1989 (μετά το θάνατο του Άσιμου) και είχε τίτλο "Το φανάρι του Διογένη". Και τα 9 τραγούδια του δίσκου είχαν ηχογραφηθεί στην Παράνομη κασέτα Νο.000008. 


 Τέλος, το "Ουλαλούμ" συναντάται στην ελληνική δισκογραφία σε ακόμη μια εκτέλεση, αυτή τη φορά ερμηνευμένο από το Βασίλη Παπακωνσταντίνου, καθώς το 1997 ο τελευταίος συμπεριέλαβε το τραγούδι στο δίσκο του με τίτλο "Πες μου ένα ψέμα ν' αποκοιμηθώ".

Στη Μ.