Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

"Η πιο βαριά στιγμή της ζωής" - Καίσαρας Βαλιέχο



Ένας άνθρωπος είπε:
-H πιό βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν στη μάχη του Μάρνη, όταν πληγώθηκα στο στήθος.
Ένας άλλος είπε:
-Η πιό βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν σε μια παλλιροϊκή καταστροφή στη Γιοκοχάμα , απ' όπου γλύτωσα από θαύμα, καταφεύγοντας κάτω από τη σκηνή ενός μαγαζιού με βερνίκια.
Κι ένας άλλος είπε:
-Η πιό βαριά στιγμή της ζωής μου είναι όταν κοιμάμαι την ημέρα.
Κι άλλος είπε:
-Η πιό βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν στη μεγαλύτερη μοναξιά μου.
Κι άλλος είπε:
-Η πιό βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν όταν μ' έκλεισαν σε μια φυλακή του Περού.
Κι άλλος είπε:
-Η πιό βαριά στιγμή της ζωής μου ήταν όταν είδα προφίλ τον πατέρα μου.
Κι ο τελευταίος είπε:
-H πιό βαριά στιγμή της ζωής μου δεν έχει φτάσει ακόμα.


Το ποίημα ανήκει στην τρίτη συλλογή του Βαλιέχο με τίτλο "Poemas Humanos" (Ανθρώπινα Ποιήματα). Εδώ παρατίθεται όπως μεταφράστηκε από τα ισπανικά από τον Έλληνα ποιητή Ρήγα Καππάτο (Cesar Vallejo, Ποιητικά Άπαντα - Εκδόσεις Gutenberg).





Παρασκευή, 28 Δεκεμβρίου 2012

Τι διαβάσαμε το 2012;





Το 2012 οδεύει προς το τέλος του και τα "Rain Dogs" σας καλούν να μας αποκαλύψετε ποια βιβλία διαβάσατε τη χρονιά που φεύγει. Αφήστε ένα σχόλιο γράφοντας τους τίτλους των βιβλίων που διαβάσατε, ποιό ήταν αυτό που σας ενθουσίασε περισσότερο απ' όλα και ποιο αυτό που σας απογοήτευσε. Φυσικά μπορείτε να μας πείτε και τους τίτλους των βιβλίων που θέλετε/σκοπεύετε να διαβάσετε στο άμεσο μέλλον. Περιμένουμε τις απαντήσεις σας με μεγάλο ενδιαφέρον!
Υ.Γ. Δεν υπάρχει κανένας περιορισμός στο είδος ( π.χ. λογοτεχνία, δοκίμιο, φιλοσοφία κ.ο.κ) των βιβλίων.
Σας εύχομαι ολόψυχα χρόνια καλά, ανυπόταχτα και παθιασμένα..

Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

ΑΝΤΙΟ ΠΟΙΗΤΗ




ΑΛΚΗΣ ΑΛΚΑΙΟΣ    
1949 - 2012
 



Πού πας γυμνός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας
τις τεφροδόχους κλείσαν σε κρυφή σπηλιά
και μας πουλάν ενέσεις ευθυμίας





Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2012

"Αφήγηση" - Γιώργος Σεφέρης


Σαν σήμερα το 1963, ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης (1900 - 1971) τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Με αφορμή τη συμπλήρωση 49 χρόνων από τη μέρα εκείνη, δημοσιεύουμε το ποίημά του με τίτλο "Αφήγηση".
 




Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος πηγαίνει κλαίγοντας
Κανεὶς δὲν ξέρει νὰ πεῖ γιατί
Κάποτε νομίζουν πὼς εἶναι οἱ χαμένες ἀγάπες
Σὰν κι αὐτὲς ποὺ μᾶς βασανίζουνε τόσο
Στὴν ἀκροθαλασσιὰ τὸ καλοκαίρι μὲ τὰ γραμμόφωνα

Οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι φροντίζουν τὶς δουλειές τους
Ἀτέλειωτα χαρτιὰ παιδιὰ ποὺ μεγαλώνουν
Γυναῖκες ποὺ γερνοῦνε δύσκολα
Αὐτὸς ἔχει δυὸ μάτια σὰν παπαροῦνες
Σὰν ἀνοιξιάτικες κομμένες παπαροῦνες
Καὶ δυὸ βρυσοῦλες στὶς κόχες τῶν ματιῶν

Πηγαίνει μέσα στοὺς δρόμους ποτὲ δὲν πλαγιάζει
Δρασκελώντας μικρὰ τετράγωνα στὴ ράχη τῆς γῆς
Μηχανὴ μιᾶς ἀπέραντης ὀδύνης
Ποὺ κατάντησε νὰ μὴν ἔχει σημασία

Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ μιλᾶ μοναχὸ καθὼς περνοῦσε
Γιὰ σπασμένους καθρέφτες πρὶν ἀπὸ χρόνια
Γιὰ σπασμένες μορφὲς μέσα στοὺς καθρέφτες
Ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ συναρμολογήσει πιὰ κανεὶς
Ἄλλοι τὸν ἄκουσαν νὰ λέει γιὰ τὸν ὕπνο
Εἰκόνες φρίκης στὸ κατώφλι τοῦ ὕπνου
Τὰ πρόσωπα ἀνυπόφορα ἀπὸ τὴ στοργή

Τὸν συνηθίσαμε εἶναι καλοβαλμένος κι ἥσυχος
Μονάχα ποὺ πηγαίνει κλαίγοντας ὁλοένα
Σὰν τὶς ἰτιὲς στὴν ἀκροποταμιὰ ποὺ βλέπεις ἀπ᾿ τὸ τρένο
Ξυπνώντας ἄσχημα κάποια συννεφιασμένη αὐγὴ

Τὸν συνηθίσαμε δὲν ἀντιπροσωπεύει τίποτα
Σὰν ὅλα τὰ πράγματα ποὺ ἔχετε συνηθίσει
Καὶ σᾶς μιλῶ γι᾿ αὐτὸν γιατὶ δὲ βρίσκω τίποτα
Ποὺ νὰ μὴν τὸ συνηθίσατε
Προσκυνῶ




Το ποίημα έχει μελοποιηθεί και τραγουδηθεί από τον Μίλτο Πασχαλίδη, στο album του με τίτλο "Κακές Συνήθειες" (1998).





Ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

69 χρόνια από τη γέννηση του Jim Morrison




Σαν σήμερα, πριν από 69 χρόνια (8 Δεκεμβρίου 1943), γεννήθηκε στη Μελβούρνη της Φλόριντα, ο James "Jim" Douglas Morrison. O Jim Morrison (όπως ήταν ευρέως γνωστός) εκτός από τραγουδιστής και στιχουργός του θρυλικού αμερικανικού ροκ συγκροτήματος "The Doors", ήταν ακόμη ποιητής και συγγραφέας. Πέθανε στις 3 Ιουλίου του 1971 στο Παρίσι, όπου ζούσε τους τελευταίους μήνες μαζί με τη σύντροφό του, Pamela Courson. 

Σχετικά με το θάνατό του

Όπως αναφέρεται και στη Bικιπαίδεια: "(...) Η επίσημη εκδοχή είναι ότι η Κούρσον τον βρήκε νεκρό στη μπανιέρα. Δεν έγινε αυτοψία, γιατί ο γιατρός που τον εξέτασε είπε ότι δεν βρήκε στοιχεία εγκληματικής ενέργειας. Η απουσία αυτοψίας έδωσε λαβή για πολλές εικασίες σχετικά με την αιτία θανάτου.

Ο Ντάνυ Σάγκερμαν διηγείται ότι όταν η Κούρσον επέστρεψε στις ΗΠΑ, του είπε ότι ο Μόρισον είχε πεθάνει από υπερβολική δόση ηρωίνης, την οποία είχε εισπνεύσει νομίζοντας πως είναι κοκαϊνη. Ο Σάγκερμαν σημειώνει ότι η Κούρσον έδινε διαφορετικές εκδοχές του θανάτου κατά καιρούς, τη μια λέγοντας ότι εκείνη τον είχε σκοτώσει και την άλλη ότι ο θάνατός του ήταν λάθος της.

 Η ιστορία με την αθέλητη λήψη ηρωίνης υποστηρίζεται από τη διήγηση του Αλέν Ρονέ, που έκανε παρέα με το ζευγάρι στο Παρίσι. Ο Ρονέ είχε γράψει ότι ο Μόρισον πέθανε από αιμορραγία αφού εισέπνευσε ηρωίνη της Κούρσον κι ότι εκείνη άθελά της αποκοιμήθηκε, αφήνοντάς τον να πεθάνει αντί να καλέσει για ιατρική βοήθεια (...)".




Riders on the Storm

Το "Riders on the Storm" είναι ένα από τα πιο δημοφιλή τραγούδια των " The Doors". Συμπεριλαμβάνεται στο τελευταίο album του συγκροτήματος -ενόσω ο Μorrison ήταν εν ζωή-, με τίτλο "L.A. Woman".




Riders on the storm
Riders on the storm
Into this house we're born
Into this world we're thrown
Like a dog without a bone
An actor out alone
Riders on the storm

There's a killer on the road
His brain is squirmin' like a toad
Take a long holiday
Let your children play
If ya give this man a ride
Sweet memory will die
Killer on the road, yeah

Girl ya gotta love your man
Girl ya gotta love your man
Take him by the hand
Make him understand
The world on you depends
Our life will never end
Gotta love your man, yeah

Yeah!

Riders on the storm
Riders on the storm
Into this house we're born
Into this world we're thrown
Like a dog without a bone
An actor out alone
Riders on the storm

Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm
Riders on the storm


 

"Αμοργός" - Νίκος Γκάτσος

Σαν σήμερα πριν 101 χρόνια γεννήθηκε στην Ασέα Αρκαδίας, ο μεγάλος Έλληνας ποιητής, στιχουργός και μεταφραστής, Νίκος Γκάτσος. Το μοναδικό βιβλίο που εξέδωσε όσο ζούσε, ήταν η ποιητική σύνθεση "Αμοργός" (1943), που θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του ελληνικού υπερρεαλισμού. 




AMOΡΓΟΣ

Κακοὶ μάρτυρες ἀνθρώποισιν ὀφθαλμοὶ
καὶ ὦτα βαρβάρους ψυχὰς ἐχόντων.
HPAKΛEITOΣ

Μὲ τὴν πατρίδα τους δεμένη στὰ πανιὰ καὶ τὰ κουπιὰ στὸν ἄνεμο κρεμασμένα
Οἱ ναυαγοὶ κοιμήθηκαν ἥμεροι σὰν ἀγρίμια νεκρὰ μέσα στῶν σφουγγαριῶν τὰ σεντόνια
Ἀλλὰ τὰ μάτια τῶν φυκιῶν εἶναι στραμένα στὴ θάλασσα
Μήπως τοὺς ξαναφέρει ὁ νοτιᾶς μὲ τὰ φρεσκοβαμένα λατίνια
Κι ἕνας χαμένος ἐλέφαντας ἀξίζει πάντοτε πιὸ πολὺ ἀπὸ δυὸ στήθια κοριτσιοῦ ποὺ σαλεύουν
Μόνο ν᾿ ἀνάψουνε στὰ βουνὰ οἱ στέγες τῶν ἐρημοκκλησιῶν μὲ τὸ μεράκι τοῦ ἀποσπερίτη
Νὰ κυματίσουνε τὰ πουλιὰ στῆς λεμονιᾶς τὰ κατάρτια
Μὲ τῆς καινούργιας περπατησιᾶς τὸ σταθερὸ ἄσπρο φύσημα
Καὶ τότε θά ῾ρθουν ἀέρηδες σώματα κύκνων ποὺ μείνανε ἄσπιλοι τρυφεροὶ καὶ ἀκίνητοι
Μὲς στοὺς ὁδοστρωτῆρες τῶν μαγαζιῶν μέσα στῶν λαχανόκηπων τοὺς κυκλῶνες
Ὅταν τὰ μάτια τῶν γυναικῶν γίναν κάρβουνα κι ἔσπασαν οἱ καρδιὲς τῶν καστανάδων
Ὅταν ὁ θερισμὸς ἐσταμάτησε κι ἄρχισαν οἱ ἐλπίδες τῶν γρύλων.

Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν κι ἐσεῖς παλληκάρια μου μὲ τὸ κρασὶ τὰ φιλιὰ καὶ τὰ φύλλα στὸ στόμα σας
Θέλω νὰ βγεῖτε γυμνοὶ στὰ ποτάμια
Νὰ τραγουδῆστε τὴ Μπαρμπαριὰ ὅπως ὁ ξυλουργὸς κυνηγάει τοὺς σκίνους
Ὅπως περνάει ἡ ὄχεντρα μὲς ἀπ᾿ τὰ περιβόλια τῶν κριθαριῶν
Μὲ τὰ περήφανα μάτια της ὀργισμένα
Κι ὅπως οἱ ἀστραπὲς ἁλωνίζουν τὰ νιάτα.

Καὶ μὴ γελᾶς καὶ μὴν κλαῖς καὶ μὴ χαίρεσαι
Μὴ σφίγγεις ἄδικα τὰ παπούτσια σου σὰ νὰ φυτεύεις πλατάνια
Μὴ γίνεσαι ΠEΠPΩMENON
Γιατί δὲν εἶναι ὁ σταυραητὸς ἕνα κλεισμένο συρτάρι
Δὲν εἶναι δάκρυ κορομηλιᾶς οὔτε χαμόγελο νούφαρου
Οὔτε φανέλα περιστεριοῦ καὶ μαντολίνο Σουλτάνου
Οὔτε μεταξωτὴ φορεσιὰ γιὰ τὸ κεφάλι τῆς φάλαινας.
Εἶναι πριόνι θαλασσινὸ ποὺ πετσοκόβει τοὺς γλάρους
Εἶναι προσκέφαλο μαραγκοῦ εἶναι ρολόι ζητιάνου
Εἶναι φωτιὰ σ᾿ ἕνα γύφτικο ποὺ κοροϊδεύει τὶς παπαδιὲς καὶ νανουρίζει τὰ κρίνα
Εἶναι τῶν Τούρκων συμπεθεριὸ τῶν Αὐστραλῶν πανηγύρι
Εἶναι λημέρι τῶν Οὔγγρων
Ποὺ τὸ χινόπωρο οἱ φουντουκιὲς πᾶνε κρυφὰ κι ἀνταμώνουνται
Βλέπουν τοὺς φρόνιμους πελαργοὺς νὰ βάφουν μαῦρα τ᾿ αὐγά τους
Καὶ τόνε κλαῖνε κι αὐτὲς
Καῖνε τὰ νυχτικά τους καὶ φοροῦν τὸ μισοφόρι τῆς πάπιας
Στρώνουν ἀστέρια καταγῆς γιὰ νὰ πατήσουν οἱ βασιλιάδες
Μὲ τ᾿ ἀσημένια τους χαϊμαλιὰ μὲ τὴν κορώνα καὶ τὴν πορφύρα
Σκορπᾶνε δεντρολίβανο στὶς βραγιὲς
Γιὰ νὰ περάσουν οἱ ποντικοὶ νὰ πᾶνε σ᾿ ἄλλο κελλάρι
Νὰ μποῦνε σ᾿ ἄλλες ἐκκλησιὲς νὰ φᾶν τὶς Ἅγιες Τράπεζες
Κι οἱ κουκουβάγιες παιδιά μου
Οἱ κουκουβάγιες οὐρλιάζουνε
Κι οἱ πεθαμένες καλογριὲς σηκώνουνται νὰ χορέψουν
Μὲ ντέφια τούμπανα καὶ βιολιὰ μὲ πίπιζες καὶ λαγοῦτα
Μὲ φλάμπουρα καὶ μὲ θυμιατὰ μὲ βότανα καὶ μαγνάδια
Μὲ τῆς ἀρκούδας τὸ βρακὶ στὴν παγωμένη κοιλάδα
Τρῶνε τὰ μανιτάρια τῶν κουναβιῶν
Παίζουν κορῶνα-γράμματα τὸ δαχτυλίδι τ᾿ Ἅη-Γιαννιοῦ καὶ τὰ φλουριὰ τοῦ Ἀράπη
Περιγελᾶνε τὶς μάγισσες
Κόβουν τὰ γένια ἑνὸς παπᾶ μὲ τοῦ Κολοκοτρώνη τὸ γιαταγάνι
Λούζονται μὲς στὴν ἄχνη τοῦ λιβανιοῦ
Κι ὕστερα ψέλνοντας ἀργὰ μπαίνουν ξανὰ στὴ γῆ καὶ σωπαίνουν
Ὅπως σωπαίνουν τὰ κύματα ὅπως ὁ κοῦκος τὴ χαραυγὴ ὅπως ὁ λύχνος τὸ βράδυ.

Ἔτσι σ᾿ ἕνα πιθάρι βαθὺ τὸ σταφύλι ξεραίνεται καὶ στὸ καμπαναριὸ μιᾶς συκιᾶς κιτρινίζει τὸ μῆλο
Ἔτσι μὲ μιὰ γραβάτα φανταχτερὴ
Στὴν τέντα τῆς κληματαριᾶς τὸ καλοκαίρι ἀνασαίνει
Ἔτσι κοιμᾶται ὁλόγυμνη μέσα στὶς ἄσπρες κερασιὲς μία τρυφερή μου ἀγάπη
Ἕνα κορίτσι ἀμάραντο σὰ μυγδαλιᾶς κλωνάρι
Μὲ τὸ κεφάλι στὸν ἀγκώνα της γερτὸ καὶ τὴν παλάμη πάνω στὸ φλουρί της
Πάνω στὴν πρωινή του θαλπωρὴ ὅταν σιγὰ σιγὰ σὰν τὸν κλέφτη
Ἀπὸ τὸ παραθύρι τῆς ἄνοιξης μπαίνει ὁ αὐγερινὸς νὰ τὴν ξυπνήσει!

Λένε πὼς τρέμουν τὰ βουνὰ καὶ πὼς θυμώνουν τὰ ἔλατα
Ὅταν ἡ νύχτα ροκανάει τὶς πρόκες τῶν κεραμιδιῶν νὰ μποῦν οἱ καλικάντζαροι μέσα
Ὅταν ρουφάει ἡ κόλαση τὸν ἀφρισμένο μόχθο τῶν χειμάῤῥων
Ἢ ὅταν ἡ χωρίστρα τῆς πιπεριᾶς γίνεται τοῦ βοριᾶ κλωτσοσκούφι.

Μόνο τὰ βόδια τῶν Ἀχαιῶν μὲς στὰ παχιὰ λιβάδια τῆς Θεσσαλίας
Βόσκουν ἀκμαῖα καὶ δυνατὰ μὲ τὸν αἰώνιο ἥλιο ποὺ τὰ κοιτάζει
Τρῶνε χορτάρι πράσινο φύλλα τῆς λεύκας σέλινα πίνουνε καθαρὸ νερὸ μὲς στ᾿ αὐλάκια
Μυρίζουν τὸν ἱδρώτα τῆς γῆς κι ὕστερα πέφτουνε βαριὰ κάτω ἀπ᾿ τὸν ἴσκιο τῆς ἰτιᾶς νὰ κοιμηθοῦνε.

Πετᾶτε τοὺς νεκροὺς εἶπ᾿ ὁ Ἡράκλειτος κι εἶδε τὸν οὐρανὸ νὰ χλωμιάζει
Κι εἶδε στὴ λάσπη δυὸ μικρὰ κυκλάμινα νὰ φιλιοῦνται
Κι ἔπεσε νὰ φιλήσει κι αὐτὸς τὸ πεθαμένο σῶμα του μὲς στὸ φιλόξενο χῶμα
Ὅπως ὁ λύκος κατεβαίνει ἀπ᾿ τοὺς δρυμοὺς νὰ δεῖ τὸ ψόφιο σκυλὶ καὶ νὰ κλάψει.
Τί νὰ μοῦ κάμει ἡ σταλαγματιὰ ποὺ λάμπει στὸ μέτωπό σου;
Τὸ ξέρω πάνω στὰ χείλια σου ἔγραψε ὁ κεραυνὸς τ᾿ ὄνομά του
Τὸ ξέρω μέσα στὰ μάτια σου ἔχτισε ἕνας ἀητὸς τὴ φωλιά του
Μὰ ἐδῶ στὴν ὄχτη τὴν ὑγρὴ μόνο ἕνας δρόμος ὑπάρχει
Μόνο ἕνας δρόμος ἀπατηλὸς καὶ πρέπει νὰ τὸν περάσεις
Πρέπει στὸ αἷμα νὰ βουτηχτεῖς πρὶν ὁ καιρὸς σὲ προφτάσει
Καὶ νὰ διαβεῖς ἀντίπερα νὰ ξαναβρεῖς τοὺς συντρόφους σου
Ἄνθη πουλιὰ ἐλάφια
Νὰ βρεῖς μίαν ἄλλη θάλασσα μίαν ἄλλη ἁπαλοσύνη
Νὰ πιάσεις ἀπὸ τὰ λουριὰ τοῦ Ἀχιλλέα τ᾿ ἄλογα
Ἀντὶ νὰ κάθεσαι βουβὴ τὸν ποταμὸ νὰ μαλώνεις
Τὸν ποταμὸ νὰ λιθοβολεῖς ὅπως ἡ μάνα τοῦ Κίτσου.
Γιατί κι ἐσὺ θά ῾χεις χαθεῖ κι ἡ ὀμορφιά σου θά ῾χει γεράσει.
Μέσα στοὺς κλώνους μιᾶς λυγαριᾶς βλέπω τὸ παιδικό σου πουκάμισο νὰ στεγνώνει
Πάρ᾿ το σημαία τῆς ζωῆς νὰ σαβανώσεις τὸ θάνατο
Κι ἂς μὴ λυγίσει ἡ καρδιά σου
Κι ἂς μὴν κυλήσει τὸ δάκρυ σου πάνω στὴν ἀδυσώπητη τούτη γῆ
Ὅπως ἐκύλησε μιὰ φορὰ στὴν παγωμένη ἐρημιὰ τὸ δάκρυ τοῦ πιγκουίνου
Δὲν ὠφελεῖ τὸ παράπονο
Ἴδια παντοῦ θά ῾ναι ἡ ζωὴ μὲ τὸ σουραύλι τῶν φιδιῶν στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων
Μὲ τὸ τραγούδι τῶν ληστῶν στὰ δάση τῶν ἀρωμάτων
Μὲ τὸ μαχαίρι ἑνὸς καημοῦ στὰ μάγουλα τῆς ἐλπίδας
Μὲ τὸ μαράζι μιᾶς ἄνοιξης στὰ φυλλοκάρδια τοῦ γκιώνη
Φτάνει ἕνα ἀλέτρι νὰ βρεθεῖ κι ἕνα δρεπάνι κοφτερὸ σ᾿ ἕνα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν᾿ ἀνθίσει μόνο
Λίγο στάρι γιὰ τὶς γιορτὲς λίγο κρασὶ γιὰ τὴ θύμηση λίγο νερὸ γιὰ τὴ σκόνη...

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ ἥλιος δὲν ἀνατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε νὰ κοροϊδέψουν τ᾿ ἄστρα
Μόνο φυτρώνουν ἄλογα στὶς μυρμηγκοφωλιὲς
Καὶ νυχτερίδες τρῶν πουλιὰ καὶ κατουρᾶνε σπέρμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ δὲ βασιλεύει ἡ νύχτα
Μόνο ξερνᾶν οἱ φυλλωσιὲς ἕνα ποτάμι δάκρυα
Ὅταν περνάει ὁ διάβολος νὰ καβαλήσει τὰ σκυλιὰ
Καὶ τὰ κοράκια κολυμπᾶν σ᾿ ἕνα πηγάδι μ᾿ αἷμα.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ τὸ μάτι ἔχει στερέψει
Ἔχει παγώσει τὸ μυαλὸ κι ἔχει ἡ καρδιὰ πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιῶν στὰ δόντια τῆς ἀράχνης
Σκούζουν ἀκρίδες νηστικὲς σὲ βρυκολάκων πόδια.

Στοῦ πικραμένου τὴν αὐλὴ βγαίνει χορτάρι μαῦρο
Μόνο ἕνα βράδυ τοῦ Μαγιοῦ πέρασε ἕνας ἀγέρας
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Κι ἂν θὰ διψάσεις γιὰ νερὸ θὰ στίψουμε ἕνα σύννεφο
Κι ἂν θὰ πεινάσεις γιὰ ψωμὶ θὰ σφάξουμε ἕνα ἀηδόνι
Μόνο καρτέρει μία στιγμὴ ν᾿ ἀνοίξει ὁ πικραπήγανος
N᾿ ἀστράψει ὁ μαῦρος οὐρανὸς νὰ λουλουδίσει ὁ φλόμος.

Μὰ εἶταν ἀγέρας κι ἔφυγε κορυδαλλὸς κι ἐχάθη
Εἶταν τοῦ Μάη τὸ πρόσωπο τοῦ φεγγαριοῦ ἡ ἀσπράδα
Ἕνα περπάτημα ἐλαφρὺ σὰ σκίρτημα τοῦ κάμπου
Ἕνα φιλὶ τῆς θάλασσας τῆς ἀφροστολισμένης.

Ξύπνησε γάργαρο νερὸ ἀπὸ τὴ ρίζα τοῦ πεύκου νὰ βρεῖς τὰ μάτια τῶν σπουργιτιῶν καὶ νὰ τὰ ζωντανέψεις ποτίζοντας τὸ χῶμα μὲ μυρωδιὰ βασιλικοῦ καὶ μὲ σφυρίγματα σαύρας. Τὸ ξέρω εἶσαι μία φλέβα γυμνὴ κάτω ἀπὸ τὸ φοβερὸ βλέμμα τοῦ ἀνέμου εἶσαι μία σπίθα βουβὴ μέσα στὸ λαμπερὸ πλῆθος τῶν ἄστρων. Δὲ σὲ προσέχει κανεὶς κανεὶς δὲ σταματᾶ ν᾿ ἀκούσει τὴν ἀνάσα σου μὰ σὺ μὲ τὸ βαρύ σου περπάτημα μὲς στὴν ἀγέρωχη φύση θὰ φτάσεις μία μέρα στὰ φύλλα τῆς βερυκοκιᾶς θ᾿ ἀνέβεις στὰ λυγερὰ κορμιὰ τῶν μικρῶν σπάρτων καὶ θὰ κυλήσεις ἀπὸ τὰ μάτια μιᾶς ἀγαπητικιᾶς σὰν ἐφηβικὸ φεγγάρι. Ὑπάρχει μία πέτρα ἀθάνατη ποὺ κάποτε περαστικὸς ἕνας ἀνθρώπινος ἄγγελος ἔγραψε τ᾿ ὄνομά του ἐπάνω της κι ἕνα τραγούδι ποὺ δὲν τὸ ξέρει ἀκόμα κανεὶς οὔτε τὰ πιὸ τρελὰ παιδιὰ οὔτε τὰ πιὸ σοφὰ τ᾿ ἀηδόνια. Εἶναι κλεισμένη τώρα σὲ μιὰ σπηλιὰ τοῦ βουνοῦ Ντέβι μέσα στὶς λαγκαδιὲς καὶ στὰ φαράγγια τῆς πατρικῆς μου γῆς μὰ ὅταν ἀνοίξει κάποτε καὶ τιναχτεῖ ἐνάντια στὴ φθορὰ καὶ στὸ χρόνο αὐτὸ τὸ ἀγγελικὸ τραγούδι θὰ πάψει ξαφνικὰ ἡ βροχὴ καὶ θὰ στεγνώσουν οἱ λάσπες τὰ χιόνια θὰ λιώσουν στὰ βουνὰ θὰ κελαηδήσει ὁ ἄνεμος τὰ χελιδόνια θ᾿ ἀναστηθοῦν οἱ λυγαριὲς θὰ ριγήσουν κι οἱ ἄνθρωποι μὲ τὰ κρύα μάτια καὶ τὰ χλωμὰ πρόσωπα ὅταν ἀκούσουν τὶς καμπάνες νὰ χτυπᾶν μέσα στὰ ραγισμένα καμπαναριὰ μοναχές τους θὰ βροῦν καπέλα γιορτινὰ νὰ φορέσουν καὶ φιόγκους φανταχτεροὺς νὰ δέσουν στὰ παπούτσια τους. Γιατὶ τότε κανεὶς δὲ θ᾿ ἀστιεύεται πιὰ τὸ αἷμα τῶν ρυακιῶν θὰ ξεχειλίσει τὰ ζῷα θὰ κόψουν τὰ χαλινάρια τους στὰ παχνιὰ τὸ χόρτο θὰ πρασινίσει στοὺς στάβλους στὰ κεραμίδια θὰ πεταχτοῦν ὁλόχλωρες παπαροῦνες καὶ μάηδες καὶ σ᾿ ὅλα τὰ σταυροδρόμια θ᾿ ἀνάψουν κόκκινες φωτιὲς τὰ μεσάνυχτα. Τότε θὰ ῾ρθοῦν σιγὰ-σιγὰ τὰ φοβισμένα κορίτσια γιὰ νὰ πετάξουν τὸ τελευταῖο τους ροῦχο στὴ φωτιὰ κι ὁλόγυμνα θὰ χορέψουν τριγύρω της ὅπως τὴν ἐποχὴ ἀκριβῶς ποὺ εἴμασταν κι ἐμεῖς νέοι κι ἄνοιγε ἕνα παράθυρο τὴν αὐγὴ γιὰ νὰ φυτρώσει στὸ στῆθος τους ἕνα φλογάτο γαρύφαλο. Παιδιὰ ἴσως ἡ μνήμη τῶν προγόνων νὰ εἶναι βαθύτερη παρηγοριὰ καὶ πιὸ πολύτιμη συντροφιὰ ἀπὸ μία χούφτα ροδόσταμο καὶ τὸ μεθύσι τῆς ὀμορφιᾶς τίποτε διαφορετικὸ ἀπὸ τὴν κοιμισμένη τριανταφυλλιά του Εὐρώτα. Καληνύχτα λοιπὸν βλέπω σωροὺς πεφτάστερα νὰ σᾶς λικνίζουν τὰ ὄνειρα μὰ ἐγὼ κρατῶ στὰ δάχτυλά μου τὴ μουσικὴ γιὰ μία καλύτερη μέρα. Οἱ ταξιδιῶτες τῶν Ἰνδιῶν ξέρουνε περισσότερα νὰ σᾶς ποῦν ἀπ᾿ τοὺς Βυζαντινοὺς χρονογράφους.

O ἄνθρωπος κατὰ τὸν ροῦν τῆς μυστηριώδους ζωῆς του
Κατέλιπεν εἰς τοὺς ἀπογόνους του δείγματα πολλαπλᾶ καὶ ἀντάξια τῆς ἀθανάτου καταγωγῆς του
Ὅπως ἐπίσης κατέλιπεν ἴχνη τῶν ἐρειπίων τοῦ λυκαυγοῦς χιονοστιβάδας οὐρανίων ἑρπετῶν χαρταετοὺς ἀδάμαντας καὶ βλέμματα ὑακίνθων
Ἐν μέσῳ ἀναστεναγμῶν δακρύων πείνης οἰμωγῶν καὶ τέφρας ὑπογείων φρεάτων.

Πόσο πολὺ σὲ ἀγάπησα ἐγὼ μονάχα τὸ ξέρω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.

Ἕνα καράβι μπαίνει στὸ γιαλὸ ἕνα μαγγανοπήγαδο σκουριασμένο βογγάει
Μιὰ τούφα γαλανὸς καπνὸς μὲς στὸ τριανταφυλλὶ τοῦ ὁρίζοντα
Ἴδιος μὲ τὴ φτερούγα τοῦ γερανοῦ ποὺ σπαράζει
Στρατιὲς χελιδονιῶν περιμένουνε νὰ ποῦν στοὺς ἀντρειωμένους τὸ καλωσόρισες
Μπράτσα σηκώνουνται γυμνὰ μὲ χαραγμένες ἄγκυρες στὴ μασχάλη
Μπερδεύουνται κραυγὲς παιδιῶν μὲ τὸ κελάδημα τοῦ πουνέντε
Μέλισσες μπαινοβγαίνουνε μὲς στὰ ρουθούνια τῶν ἀγελάδων
Μαντήλια καλαματιανὰ κυματίζουνε
Καὶ μία καμπάνα μακρινὴ βάφει τὸν οὐρανὸ μὲ λουλάκι
Σὰν τὴ φωνὴ κάποιου σήμαντρου ποὺ ταξιδεύει μέσα στ᾿ ἀστέρια
Τόσους αἰῶνες φευγάτο
Ἀπὸ τῶν Γότθων τὴν ψυχὴ κι ἀπὸ τοὺς τρούλλους τῆς Βαλτιμόρης
Κι ἀπ᾿ τὴ χαμένη Ἁγια-Σοφιὰ τὸ μέγα μοναστήρι.
Μὰ πάνω στ᾿ ἀψηλὰ βουνὰ ποιοὶ νά ῾ναι αὐτοὶ ποὺ κοιτᾶνε
Μὲ τὴν ἀκύμαντη ματιὰ καὶ τὸ γαλήνιο πρόσωπο;
Ποιᾶς πυρκαγιᾶς νά ῾ναι ἀντίλαλος αὐτὸς ὁ κουρνιαχτὸς στὸν ἀγέρα;
Μήνα ὁ Καλύβας πολεμάει μήνα ὁ Λεβεντογιάννης;
Μήπως ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες;
Οὐδ᾿ ὁ Καλύβας πολεμάει κι οὐδ᾿ ὁ Λεβεντογιάννης
Οὔτε κι ἀμάχη ἐπιάσανεν οἱ Γερμανοὶ μὲ τοὺς Μανιάτες.
Πύργοι φυλᾶνε σιωπηλοὶ μία στοιχειωμένη πριγκίπισσα
Κορφὲς κυπαρισσιῶν συντροφεύουνε μία πεθαμένη ἀνεμώνη
Τσοπαναρέοι ἀτάραχοι μ᾿ ἕνα καλάμι φλαμουριᾶς λένε τὸ πρωινό τους τραγούδι
Ἕνας ἀνόητος κυνηγὸς ρίχνει μία ντουφεκιὰ στὰ τρυγόνια
Κι ἕνας παλιὸς ἀνεμόμυλος λησμονημένος ἀπ᾿ ὅλους
Μὲ μία βελόνα δελφινιοῦ ράβει τὰ σάπια του πανιὰ μοναχός του
Καὶ κατεβαίνει ἀπ᾿ τὶς πλαγιὲς μὲ τὸν καράγιαλη πρίμα
Ὅπως κατέβαινε ὁ Ἄδωνις στὰ μονοπάτια τοῦ Χελμοῦ νὰ πεῖ μία καλησπέρα τῆς Γκόλφως.

Χρόνια καὶ χρόνια πάλεψα μὲ τὸ μελάνι καὶ τὸ σφυρὶ βασανισμένη καρδιά μου
Μὲ τὸ χρυσάφι καὶ τὴ φωτιὰ γιὰ νὰ σοῦ κάμω ἕνα κέντημα
Ἕνα ζουμπούλι πορτοκαλιᾶς
Μίαν ἀνθισμένη κυδωνιὰ νὰ σὲ παρηγορήσω
Ἐγὼ ποὺ κάποτε σ᾿ ἄγγιξα μὲ τὰ μάτια τῆς πούλιας
Καὶ μὲ τὴ χαίτη τοῦ φεγγαριοῦ σ᾿ ἀγκάλιασα καὶ χορέψαμε μὲς στοὺς καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στὴ θερισμένη καλαμιὰ καὶ φάγαμε μαζὶ τὸ κομένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη μοναξιὰ μὲ τόσα βότσαλα τριγύρω στὸ λαιμὸ τόσα χρωματιστὰ πετράδια στὰ μαλλιά σου.




Ο Γιώργος Πολ. Παπαδάκης απαγγέλει απόσπασμα από την "Αμοργό".


Παρασκευή, 7 Δεκεμβρίου 2012

"Στροφές Στροφάλων" - Ανδρέας Εμπειρίκος



 

Στον Λεωνίδα Α. Εμπειρίκο
 
Ως υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Άσπρο στο σώμα σου και κίτρινο στις τσιμινιέρες
Διότι βαρέθηκες τα βρωμερά νερά των αγκυροβολίων
Εσύ που αγάπησες τις μακρινές σποράδες
Εσύ που σήκωσες τα πιο ψηλά μπαϊράκια
Εσύ που πλέχεις ξέθαρρα στις πιο επικίνδυνες σπηλιάδες
Χαίρε που αφέθηκες να γοητευθής απ’ τις σειρήνες
Χαίρε που δεν φοβήθηκες ποτέ τις συμπληγάδες.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στο σέλας της θαλάσσης με τους γλάρους
Κ’ είμαι σε μια καμπίνα σου όπως εσύ μέσ’ στην καρδιά μου.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Οι αύρες μάς εγνώρισαν και λύνουν τα μαλλιά τους
Προστρέχουν κι αυτές και πλαταγίζουν οι πτυχές τους
Λευκές οι μεν και πορφυρές οι δε
Πτυχές κτυποκαρδιών πτυχές χαράς
Των μελλονύμφων και των παντρεμένων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φωνές εδώ και φάλαινες στο πέρασμά σου πάρα κάτω
Από τα ύφαλά σου αντλούνε τα παιδιά την μακαριότητα
Από το πρόσωπό σου την ομοιότητα με σένα
Και μοιάζεις με αυτούς που εσύ κ’ εγώ γνωρίζουμε
Αφού γνωρίζουμε τι θα πη φάλαινα
Και πώς ιχνηλατούν οι αλιείς τα ψάρια.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Φυγομαχούν όσοι κρυφά σε μυκτηρίζουν
Όσοι πουλούν τα δίχτυα σου και τρώνε λίπος
Ενώ διασχίζεις τις θαλάσσιες πραιρίες
Και φθάνεις στα λιμάνια με τα πούπουλα
Και τα κοσμήματα της όμορφης γοργόνας
Πούχει στο στήθος της ακόμη τα φιλιά σου.

 Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Είναι ο καπνός σου πλόκαμος της ειμαρμένης
Που ξετυλίγεται μέσ’ στην αιθρία κι ανεβαίνει
Σαν μαύρη κόμη ηδυπαθούς παρθένας ουρανίας
Σαν λυρική κραυγή του μουεζίνη
Όταν αστράφτει η πλώρη σου στο κύμα
Όπως ο λόγος του Αλλάχ στα χείλη του Προφήτη
Κι όπως στο χέρι του η στιλπνή κι αλάνθαστή του σπάθα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Στις τροχιές των βαθυπτύχων οργωμάτων
Που λάμπουν στο κατόπι σου σαν τροχιές θριάμβου
Αύλακες διακορεύσεως χνάρια ηδονής που ασπαίρουν
Μέσ’ στο λιοπύρι και στο φως ή κάτω από τ’ αστέρια
Όταν οι στρόφαλοι γυρνούν πιο γρήγορα και σπέρνεις
Αφρό δεξιά κι αφρό ζερβά στο ρίγος των υδάτων.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Θαρρώ πως τα ταξείδια μας συμπίπτουν
Νομίζω πως σου μοιάζω και μου μοιάζεις
Οι κύκλοι μας ανήκουνε στην οικουμένη
Πρόγονοι εμείς των γενεών που εκκολάπτονται ακόμη
Πλέχουμε προχωρούμε δίχως τύψεις
Κλωστήρια κ’ εργοστάσια εμείς
Πεδιάδες και πελάγη κ’ εντευκτήρια
Όπου συνέρχονται με τις νεάνιδες τα παλληκάρια
Κ’ έπειτα γράφουνε στον ουρανό τις λέξεις
Άρμαλα Πόρανα και Βέλμα.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Ανθούνε πάντα στην καρδιά μας οι μηλιές
Με τους γλυκείς χυμούς και την σκιά
Εις την οποίαν έρχονται το μεσημέρι τα κορίτσια
Για να γευθούν τον έρωτα μαζύ μας
Και για να δουν κατόπι τα λιμάνια
Με τα ψηλά καμπαναριά και με τους πύργους
Όπου ανεβαίνουν κάποτε για να στεγνώσουν
Οι στεριανές κοπέλλες τα μαλλιά τους.

Ω υπερωκεάνειον τραγουδάς και πλέχεις
Αχούν οι φόρμιγγες της άπλετης χαράς μας
Με τα σφυρίγματα του ανέμου πρύμα-πλώρα
Με τα πουλιά στα σύρματα των καταρτιών
Με την ηχώ των αναμνήσεων σαν κιανοκιάλια
Που τα κρατώ στα μάτια μου και βλέπω
Να πλησιάζουν τα νησιά και τα πελάγη
Να φεύγουν τα δελφίνια και τα ορτύκια
Κυνηγητές εμείς της γοητείας των ονείρων
Του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει
Όπως δεν στέκουν τα χαράματα
Όπως δεν στέκουν και τα ρίγη
Όπως δεν στέκουν και τα κύματα
Όπως δεν στέκουν κ’ οι αφροί των βαποριών
Μήτε και τα τραγούδια μας για τις γυναίκες που αγαπάμε.

Από την "Ενδοχώρα", 1945
 
 
Ανάγνωση του ποιήματος από τον ίδιο τον ποιητή, υπό τη μουσική υπόκρουση του "L' Amoroso" του Αntonio Vivaldi

  

Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

6 Δεκεμβρίου 2008 - 6 Δεκεμβρίου 2012

Πέρασαν κιόλας 4 χρόνια από το βράδυ που ο 15χρονος μαθητής Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος έπεφτε νεκρός από τη σφαίρα του ειδικού φρουρού, Επαμεινώνδα Κορκονέα, στα Εξάρχεια.


ΤΟ ΑΙΜΑ ΚΥΛΑΕΙ, ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΖΗΤΑΕΙ

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2012

"Η ψυχολογία του φασίστα" - Βασίλης Ραφαηλίδης



"Ας μάθουμε επιτέλους να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους και να μην παραποιούμε την ιστορία μας. Ο ελληνικός λαός, στην πλειοψηφία του, αγάπησε το Μεταξά. Όπως και οι Ιταλοί που αγάπησαν το Μουσολίνι, όπως και ο Γερμανοί που αγάπησαν το Χίτλερ, όπως και οι Ισπανοί που αγάπησαν το Φράνκο. Ο φασισμός είναι λαϊκισμός- και κάθε λαϊκισμός είναι φασισμός κατά βάσιν και κατ' ουσίαν. 

Ο φασισμός δεν αγαπά το μεγάλο κεφάλαιο (εκτός από το πάρα πολύ μεγάλο που τον γεννάει) και λατρεύει το μικρομεσαίο. Ο φασισμός είναι κοινωνικό καθεστώς σπέσιαλ για μικροαστούς. Όχι για αστούς, ούτε για προλετάριους. Οι αστοί και οι προλετάριοι βρέθηκαν αντίπαλοί του εξ αρχής. Και δεδομένου ότι στη λεγόμενη αστική κοινωνία δεν κυριαρχούν οι αστοί αλλά οι μικροαστοί, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς την απήχηση που είχαν στο λαό τα φασιστικά καθεστώτα.

Άλλωστε, οι στολές, οι παρελάσεις, οι λαμπαδηδρομίες, τα κολοσσιαία θεάματα αρένας, τα συνθήματα, το προγονικό μεγαλείο απ' το οποίο ο χάλιας μικροαστός αντλεί δύναμη για να υποφέρει την ασημαντότητά του, όλα αυτά τα εκμεταλλεύτηκαν τέλεια όλοι οι φασίστες δικτάτορες. Και τα πλήθη ουρλιάζουν "ζήτω! Είσαι ο μπαμπάς μας"! Ο χάλιας μικροαστός πάντα έχει ανάγκη από έναν σούπερ πατέρα του έθνους, που να τον προστατεύει απ' τους παμφάγους καπιταλιστές, αλλά και από τους κομμουνιστές που απειλούν το όνειρό του για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".


Κάθε μικροαστός ονειρεύεται τον αστό που ζεσταίνει μέσα του, που τον μεγαλώνει στο θερμοκήπιο της μεγάλης ελπίδας για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη". Κάθε ψιλικατζής ονειρεύεται ένα σούπερ μάρκετ. Και επειδή το όνειρο για μερικούς πραγματοποιείται, όλοι οι χάχες πιστεύουν πως θα βγει αληθινό και γι' αυτούς. Δεν έχει σημασία που οι περισσότεροι πεθαίνουν φτωχοί. Σημασία έχει που ο καπιταλισμός τους επιτρέπει να ονειρεύονται το δικό τους πλούτο. Και ο φασισμός, που είναι η ακραία μορφή καπιταλισμού, είναι μια εγγύηση για τη διατήρηση του ονείρου για ένα πέρασμα στην "ανώτερη τάξη".

Το Φολκσβάγκεν (το Λαϊκό Όχημα) είναι δημιούργημα του Χίτλερ. Αλλά υπάρχει ακόμα. Και ο αγκυλωτός σταυρός (η σβάστικα), αυτό το εκπληχτικής ψυχολογικής αποτελεσματικότητας λαϊκό σύμβολο, που δίνει φτερά στο σταυρό και τον κάνει να γυρίζει και να αλέθει, θα δώσει και στο χριστιανισμό τη δυναμική που του λείπει. Τώρα πια δεν είναι αμαρτία να σκοτώνει ο καλός χριστιανός. Και ο Μεταξάς, όπως και ο Μουσολίνι άλλωστε, ξέρουν καλά τι κάνουν όταν υιοθετούν σα σύμβολο το διπλό πέλεκυ. Που κόβει κεφάλια και από τα δεξιά και από τ' αριστερά.

Κάτω απ' αυτές τις ιδιάζουσες στο φασισμό συνθήκες ψυχολογίας της μάζας, και με το πρόσθετο πραγματικό κίνητρο της απειλής της περιουσίας απ' τον καταχτητή που, βέβαια, δεν καταχτά μια χώρα για να κάνει περίπατο υπό το σεληνόφως στις ακρογιαλιές αλλά για να επωφεληθεί υλικά, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι Έλληνες έτρεξαν με τέτοια προθυμία στο μέτωπο και πολέμησαν τόσο καλά τους Ιταλούς.

Όχι όμως και τους Γερμανούς. Που είχαν ισχυρότερα σύμβολα, ισχυρότερα κίνητρα και κυρίως ισχυρότερη μικροαστική τάξη απ' αυτή των μεσογειακών λαών. Που ακόμα και τον πόλεμο τον αντιλαμβάνονται σαν λαϊκή γιορτή ."

Απόσπασμα από το βιβλίο του Βασίλη Ραφαηλίδη "Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους" (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου)


Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2012

"Σταυρός του Νότου" - Νίκος Καββαδίας


Έβραζε το κύμα του γαρμπή.
Ήμαστε σκυφτοί κ' οι δυο στο χάρτη·
γύρισες και μου 'πες πως το Μάρτη
σ' άλλους παραλλήλους θα 'χεις μπει.

Κούλικο στο στήθος σου τατού,
που όσο κι' αν το καις δε λέει να σβήσει.
Είπαν πως την είχες αγαπήσει
σε μια κρίση μαύρου πυρετού.

Βάρδια πλάι σε κάβο φαλακρό
κι ο Σταυρός του Νότου με τα στράλια.
Κομπολόι κρατάς από κοράλλια
κι άκοπο μασάς καφέ πικρό.

Το Άλφα του Κενταύρου μια νυχτιά
με το παλινώριο πήρα κάτου.
Μου 'πες με φωνή ετοιμοθανάτου:
«Να φοβάσαι τ' άστρα του Νοτιά.»

Άλλοτε απ' τον ίδιον ουρανό
έπαιρνες, τρεις μήνες στην αράδα,
με του καπετάνιου τη μιγάδα,
μάθημα πορείας νυχτερινό.

Σ' ένα μαγαζί του Nossi Be
πήρες το μαχαίρι, δυό σελλίνια,
μέρα μεσημέρι απά στη λίνια
ξάστραψε σα φάρου αναλαμπή.

Κάτου στις αχτές της Αφρικής
πάνε χρόνια τώρα που κοιμάσαι.
Τα φανάρια πια δεν τα θυμάσαι
και τ' ωραίο γλυκό της Κυριακής.
  

 

    Από την ποιητική συλλογή "Πούσι" (1947) 

 

                                           

 

                                          Απαγγέλει ο Μανώλης Αναγνωστάκης

 

 


To ποίημα το οποίο μελοποιήθηκε από τον Θάνο Μικρούτσικο και τραγουδήθηκε από την Αιμιλία Σαρρή, κυκλοφόρησε στον δίσκο "Ο Σταυρός του Νότου" (1979), μαζί με άλλα 10 μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία από τον μουσικοσυνθέτη.
  

                                    

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

"Πάει. Αυτό ήταν." - Κατερίνα Γώγου

Πάει. Αυτό ήταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σου ‘χα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που δεν θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
κι ούτε που θα σε ξαναδώ.



Η Κατερίνα Γώγου ήταν ποιήτρια και ηθοποιός. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 1 Ιουνίου 1940 και αυτοκτόνησε στις 3 Οκτωβρίου 1993. Ήταν γνωστή για τις αναρχικές της ιδέες, οι οποίες διαπερνούν το ποιητικό της έργο.


Στο παραπάνω βίντεο ακούγεται η ίδια η ποιήτρια να απαγγέλει το "Πάει. Αυτό ήταν." σε μουσική του Κυριάκου Σφέτσα. Το συγκεκριμένο, μαζί με άλλα ποιήματα της Γώγου που μελοποιήθηκαν από τον Σφέτσα, χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία του (πρώην συζύγου της) Παύλου Τάσσιου "Παραγγελιά" (1980). Η υπόθεση της ταινίας βασίζεται στην ιστορία του Νίκου Κοεμτζή. Ο δίσκος με τη μουσική της ταινίας κυκλοφόρησε το 1981 με τον τίτλο "Στο Δρόμο". 
 
                                                    Ολόκληρη η ταινία


Περισσότερες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο της Κατερίνας Γώγου: ΕΔΩ και ΕΔΩ.



Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

"Η πανούκλα" - Αλμπέρ Καμύ

Απόσπασμα από το αριστούργημα του Γάλλου φιλόσοφου και συγγραφέα, Αμπέρ Καμύ (1913-1960), που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1947.


"Τελείωνε ο Οκτώβρης. Κι η μόνη ελπίδα που είχε απομείνει για την καταπολέμηση της επιδημίας ήταν ο ορρός του Καστέλ. Αν δε γινόταν τίποτα, τότε οι συμπολίτες μας θα επαφίονταν στην καλή θέληση του κακού. Σχήμα οξύμωρο αλλά αυτή ήταν η πραγματικότητα.

Μια μέρα πριν ανακοινώσει τα σχετικά με τον ορρό ο γερό-Καστέλ, το παιδί του Οτόν προσβλήθηκε από την ασθένεια κι όλη η οικογένεια έπρεπε να περάσει από την καραντίνα. Η μητέρα του μάλιστα μόλις είχε απελευθερωθεί. Ωστόσο ο Οτόν αυστηρός ακόμα και με τον εαυτό του, σχετικά με την εφαρμογή του νόμου, μόλις είδε κάτι μικροπρηξίματα πάνω στο κορμί του παιδιού του, φώναξε τον Ριέ.

-Λοιπόν γιατρέ; Αυτό είναι; ρώτησε μετά την εξέταση.
-Αυτό είναι.
Η μάνα έστεκε παράμερα κατάχλωμη, με μάτια μεγαλωμένα από τον πόνο.
-Θα εφαρμοστούν όλες οι διατάξεις γιατρέ μου, μουρμούρισε ο ανακριτής.
-Ναι. Έτσι πρέπει να γίνει.
Πήγε στο τηλέφωνο και πήρε το πρώτων βοηθειών.
-Θα πρέπει να ετοιμαστείτε.
Η μάνα βουβή στον πόνο της είχε μείνει σαν άγαλμα.

Η καραντίνα, στις πρώτες μέρες της εφαρμογής της ήταν μια απλή διαδικασία. Αργότερα όμως έγινε ο περιορισμός πιο αυστηρός. Όταν προσβαλλόταν κάποιο μέλος της οικογένειας οι άλλοι απομονώνονταν χωριστά ο καθένας. Ο Οτόν και η γυναίκα του κοιτάχτηκαν. Σ’ αυτή την επικοινωνία τους υπήρχε ο βαθύς πόνος του αποχωρισμού. Η κ. Οτόν και το κοριτσάκι της θα μπορούσαν να μείνουν στο ξενοδοχείο της καραντίνας, που ήταν υπεύθυνος ο Ραμπέρ. Ο ανακριτής έπρεπε να μεταφερθεί σε άλλο μέρος, την ευθύνη του οποίου είχε η Νομαρχία. Ήταν το αθλητικό κέντρο της πόλης που είχε μετατραπεί σε κατασκήνωση.

Το άρρωστο παιδί μεταφέρθηκε στο παλιό σχολείο όπου ο Ριέ είχε οργανώσει μια νοσηλευτική μονάδα. Στο πρώτο εικοσάωρο η κατάστασή του είχε φτάσει να ‘ναι απελπιστική. Ο οργανισμός του δεν αντιδρούσε καθόλου κι η πανούκλα πεινασμένη καταβρόχθιζε τη ζωή. Τα μικρά πρηξίματα είχαν κατακλύσει το αδύνατο κορμί. Τότε ο Ριέ έριξε την ιδέα να δοκιμάσουν επάνω του τον ορρό του Καστέλ. Το βράδυ της ίδιας κιόλας μέρας έκαναν το πρώτο εμβόλιο. Ο οργανισμός δεν αντέδρασε αμέσως. Ο Ριέ κι ο Καστέλ ξημέρωσαν κοντά του παρακολουθώντας το. Το ίδιο κι ο Ταρρού. Με το φως της μέρας ήρθαν κι άλλοι να δουν. Ο παπά-Πανελού πρώτος, με μια έκφραση θλίψης και κούρασης στο πρόσωπό του. Αργότερα ήρθε κι ο Γκραν. Παρακολούθησαν για λίγο τις σπασμωδικές κινήσεις του μικρού.
-Κι ο πατέρας; Ρώτησε κάποια στιγμή ο Καστέλ.
-Είναι στο απομονωτήριο του αθλητικού κέντρου.

Ο γιατρός κοίταζε το μικρό και μιλούσε αφηρημένα. Μέσα στο μυαλό του όμως κατέγραφε κάθε αντίδραση. Ξαφνικά το άρρωστο κορμί τεντώθηκε και τότε για πρώτη φορά άνοιξαν τα χέρια και τα πόδια και φάνηκε κάποια υποψία χαλάρωσης. Ύστερα μαζεύτηκε πάλι κι η αναπνοή έγινε πιο γρήγορη. Οι άλλοι παρακολουθούσαν χωρίς να μιλούν, το μαρτύριο. Κι άλλες φορές είχαν δει ανθρώπινα όντα να πεθαίνουν, αλλά τούτη τη φορά ήταν κάτι το διαφορετικό. Παρακολουθούσαν την κάθε λεπτομέρεια των τελευταίων στιγμών. Το κοντανάσεμα, ο πυρετός, οι σπαστικές κινήσεις, όλα τα στοιχεία χόρευαν μπροστά στα μάτια τους.

Ξαφνικά για τρίτη φορά ο πυρετός συντάραξε τον μικρό. Μαζεύτηκε στην άκρη του κρεβατιού, κουνούσε το κεφάλι του ακανόνιστα και πέταξε πέρα τις κουβέρτες. Δάκρυα φάνηκαν στα μάτια του. Μετά κουλουριάστηκε πάλι συμμαζώνοντας τα χωρίς σάρκες μέλη του κορμιού του.
-Λοιπόν καμιά υποχώρηση; ρώτησε ο Καστέλ.
-Καμιά, αποκρίθηκε ο Ριέ. Το παιδί όμως αντιστέκεται παράδοξα, πιο πολύ, από τις συνηθισμένες περιπτώσεις.
-Τότε, στα τελευταία του, θα υποφέρει πολύ, είπε ο παπα-Πανελού.

Ο Ριέ, φάνηκε εκείνη τη στιγμή να φουντώνει. Τελικά συγκρατήθηκε και γύρισε στον άρρωστο. Το φως της μέρας μπήκε πιο άπλετο στο θάλαμο, που πριν ήταν μια τάξη σχολική, που έσφυζε από ζωή. Σε τέσσερα-πέντε κρεβάτια βρίσκονταν κι άλλοι ασθενείς, που τώρα, σα να είχαν συνεννοηθεί δεν έκαναν την ίδια φασαρία. Βρίσκονταν, κατά κάποιο τρόπο κι αυτοί σε αναμονή. Ή ίσως δεν περίμεναν τίποτα κι είχαν αφεθεί στο δρόμο της ανυπαρξίας. Το παιδί όμως αντιστεκόταν κι αντιστεκόταν λυσσασμένα, με την ψυχή στα δόντια.

Ξαφνικά ο γιατρός ένιωσε πως είχε ταυτιστεί κι είχε γίνει ένα με τον άρρωστό του. Έδινε, διοχέτευε και τη δική του δύναμη για να γίνει αποτελεσματική η αντίσταση του παιδιού. Μετά από λίγο ένιωσε πάλι το παιδί να του ξεφεύγει.

Το φως παιχνίδιζε στους φρεσκοασβεστωμένους κίτρινους τοίχους, ενώ έξω ξαπλωνόταν παντού η ζεστή μέρα. Ο Γκραν γλίστρησε απαλά έξω μουρμουρίζοντας.
-Θα ξανάρθω.

Όλοι περίμεναν σιωπηλοί. Το παιδί ήταν κάπως πιο ήσυχο. Τα χέρια του κουνιούνταν ρυθμικά σχεδόν κι έξυναν το πλάι του κρεβατιού. Ύστερα τα ξανάφερε στα σκεπάσματα και στα γόνατα. Ξαφνικά μαζεύτηκε κι έμεινε ακίνητο. Τότε για πρώτη φορά άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε μ’ ένα βαθύ παράπονο το γιατρό. Έκανε να μιλήσει κι αντί για φωνή βγήκε ένα μακρόσυρτο ουρλιαχτό, που δεν είχε τίποτα το ανθρώπινο. Ήταν ένα παράπονο του ενστίκτου, αν μπορούμε να το πούμε έτσι. Τα δόντια του γιατρού σφίχτηκαν. Ο Ταρρού γύρισε αλλού το πρόσωπό του. Ο Ραμπέρ πλησίασε κοντά στο γερό-Καστέλ... Ο παπά-Πανελού έπεσε γονατιστός και σήκωσε τα χέρια του προς τον ουρανό.
-Θεέ μου σώσε τον! Προσευχήθηκε.

Τα ξεφωνητά δε σταμάτησαν. Οι άλλοι άρρωστοι ταράχτηκαν κι άρχισαν κι αυτοί να ανησυχούν. Τότε ακούστηκε στην αίθουσα ένας αληθινός θρήνος... Βογγητά, λυγμοί, κλάματα. Ο Ριέ έκλεισε τα μάτια του, αν μπορούσε θα έκλεινε και τα αυτιά του. Όταν τα άνοιξε είδε κοντά του τον Ταρρού.
-Θα φύγω, του είπε. Δεν το αντέχω άλλο.

Εντελώς ξαφνικά τα γογγυτά των ασθενών σταμάτησαν. Τότε ο Ριέ κατάλαβε πως η φωνή του παιδιού αδυνάτιζε, ώσπου δεν ακουγόταν πια. Το παιδί είχε πεθάνει. Τη διαπίστωση έκανε ο γερο-Καστέλ. Ο παπάς πλησίασε το νεκρό κορμί κι έκανε το σημείο του σταυρού.


-Λοιπόν, τι να πούμε για τη δοκιμή; ρώτησε ο Ταρρού. Θα πρέπει άραγε να συνεχίσουμε;
-Το παιδί άντεξε αρκετά κι αγωνίστηκε, του αποκρίθηκε ο Καστέλ.

Ο Ριέ βιαστικά βγήκε από την αίθουσα, ενώ οι άλλοι άρρωστοι είχαν αρχίσει πάλι το θρήνο. Ο παπάς τον περίμενε και τον έπιασε από το μπράτσο.
-Γιατρέ...
-Όχι, έκανε απότομα κι οργισμένα ο Ριέ. Αυτό το παιδί ήταν ένα πολύ αθώο πλάσμα.

Ύστερα τον παραμέρισε και βγήκε στην αυλή του σχολείου. Κάθισε σε ένα σκονισμένο παγκάκι κάτω από μια συκιά (να, λοιπόν κι ένα δέντρο στο Οράν). Του ‘ρθε να ξεφωνίσει. Να βγάλει από μέσα του την πίκρα, την αγανάκτηση και την κούραση που του κομμάτιαζαν την καρδιά. Η μέρα προχωρούσε. Ο ουρανός σκεπασμένος με μια αδιόρατη άσπρη καταχνιά διαλαλούσε την ερχόμενη τρομερή ζέστη.

-Γιατί, γιατί τόσος θυμός; ακούστηκε η ερώτηση από πίσω του.
Ο ιερωμένος ήταν κι αυτός στ’ αληθινά θλιμμένος.
-Κι εγώ έσπασα μπροστά στο θέαμα.
Ο Ριέ γύρισε και τον κοίταξε.
-Ας με συγχωρέσεις παπά μου. Η συσσωρευμένη κούραση είναι ένα είδος σχιζοφρένειας, που δε μπορείς να την ελέγξεις. Πολλές φορές νιώθω μέσα μου την ανάγκη να ξεσπάσω.
-Καταλαβαίνω... Όμως...
-Μη μου πείς τίποτα από τα συνηθισμένα σου για την Αγάπη και τη Δημιουργία. Αυτό δε μπορώ να το ανεχτώ και μάλιστα σε στιγμές που βλέπω μικρούλες τρυφερές υπάρξεις να πεθαίνουν.
-Εδώ... εδώ χρειάζεται η Θεία Χάρη και η Θεία Μεγαλοψυχία.

Ο Ριέ ξανάπεσε απελπισμένος στη θέση, χωρίς να έχει τη διάθεση για πιότερο ξέσπασμα.
-Εκείνο που μου λείπει το ξέρω παπά μου, όμως δεν έχω καμιά διάθεση να το κουβεντιάσω μαζί σου. Κι οι δύο –πέρα από τις βλαστήμιες και τις προσευχές- εργαζόμαστε για ένα κοινό σκοπό. Κι αυτό έχει μεγάλη σημασία. Δε νομίζεις;
Ο παπάς κάθισε κοντά του. Στο πρόσωπό του ήταν έντονα ζωγραφισμένη η συγκίνηση.
-Ακριβώς, είπε. Το ξέρω καλά πως κι εσύ εργάζεσαι για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Ο Ριέ έκανε μια γκριμάτσα προσπαθώντας να χαμογελάσει.
-Η σωτηρία του ανθρώπου... Αχ πόσο δε μ’ αρέσουν οι μεγάλες κουβέντες... Πρώτ’ απ’ όλα, παπά μου, είναι η υγεία και τίποτ’ άλλο.
Ο παπά-Πανελού στάθηκε μια στιγμή αμίλητος. Στάθηκε αναποφάσιστος.
-Γιατρέ μου...
-Ναι.
Πάλι δε μίλησε. Κάμποσες σταγόνες ιδρώτα είχαν αρχίσει να κυλάνε από μέτωπό του. Ύστερα σηκώθηκε. Τα μάτια του έλαμπαν κάπως παράξενα.
-Υγεία και καλή αντάμωση, μουρμούρισε και ξεκίνησε.
Ο Ριέ καθόταν συλλογισμένος, χωρίς να μιλήσει, λες και δεν αντιλήφθηκε την κίνηση του ιερέα. Ύστερα σηκώθηκε απότομα και πήγε κοντά του.
-Παραφέρθηκα λιγάκι, έκανε. Υπόσχομαι πως δεν πρόκειται να ξαναγίνει.
-Όμως δεν πείστηκες...
-Κι έχει τόση σημασία; Δε νομίζω. Μισώ το θάνατο και το κακό. Κι είμαστε κι οι δύο –όπως κι άλλοι- εδώ να τα πολεμήσουμε και να τα υπομείνουμε... Ναι, σ’ αυτή την περίπτωση, το είδες κιόλας, πως δε μπορεί, ούτε ο ίδιος ο Θεός να μας χωρίσει".


"Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος" - Τάσος Λειβαδίτης


Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
ματώσουν απ΄τις φωνές
το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
πολιτείες
μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
Δεν έχεις καιρό
δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
ή το παιδί σου.
Δε θα διστάσεις.
Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
για όλα τα όνειρα
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
και περισσότερα χρόνια
μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
τη μάνα σου και τον κόσμο.
Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
τα μαλλιά σου
δε θα γερνάς.
Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
γράμμα στη μάνα σου
Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
Ειρήνη
σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.
Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

"Η μύτη" - Νικολάι Γκόγκολ

 Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Ρώσους λογοτέχνες κι από πολλούς χαρακτηρίζεται ως ο "πατέρας" του ρωσικού ρεαλισμού. Γεννήθηκε το 1809 στο Σορότσιντσι της Πολτάβας και πέθανε το 1852 στη Μόσχα. Από τα πιο γνωστά του έργα είναι οι "Νεκρές Ψυχές", "Το ημερολόγιο ενός τρελού", "Το παλτό", "Ο επιθεωρητής", "Τάρας Μπούλμπα", "Το πορτρέτο" και το διήγημα "Η μύτη", το οποίο παρουσιάζεται αυτούσιο παρακάτω.


                                   "H MYTH" - NIKOΛΑΪ ΓΚΟΓΚΟΛ

Στις 25 Μαρτίου συνέβη ένα εξαιρετικό γεγονός στην Αγία Πετρούπολη. Ο κουρέας Ιβάν Γιακόβλεβιτς, κάτοικος της λεωφόρου Βοζνεσένσκι (το επώνυμό του έχει χαθεί και δεν φαίνεται ούτε στην ταμπέλα του μαγαζιού του, που απεικονίζει έναν κύριο με καλοσαπουνισμένα μάγουλα και την επιγραφή "Γίνονται επίσης αφαιμάξεις"), ξύπνησε νωρίς το πρωί και η μυρωδιά ζεστού ψωμιού του τρύπησε τη μύτη. Ανασηκώθηκε ελαφρά στο κρεβάτι του και είδε ότι η γυναίκα του, μια καθ' όλα αξιοσέβαστη κυρία, που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον καφέ, έβγαζε φρεσκοψημένες φραντζόλες από το φούρνο.
"Σήμερα, Πρασκόβγια Οσίποβνα, δεν θα πιω καφέ", ανάγγειλε ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, "αντίθετα, θα ήθελα να φάω ένα ζεστό καρβέλι με κρεμμύδι." (Στην πραγματικότητα, στον Ιβάν Γιακόβλεβιτς θα του άρεσε να πιει και καφέ, αλλά ήξερε ότι θα ήταν εντελώς μάταιο να ζητήσει ταυτοχρόνως και τα δυο, γιατί η Πρασκόβγια Οσίποβνα κατσούφιαζε για τα καλά με τέτοιες ιδιοτροπίες). "'Aσε τον ανόητο γέρο να φάει ψωμί, τόσο το καλύτερο για μένα", σκέφτηκε η γυναίκα του, "θα πιω ακόμα ένα φλιτζάνι καφέ." Και πέταξε ένα καρβέλι στο τραπέζι.
Χάριν αξιοπρεπείας ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς έβαλε μια ρόμπα πάνω από την πουκαμίσα του, κάθισε στο τραπέζι, έβαλε λίγο αλάτι, καθάρισε δυο κρεμμύδια, πήρε ένα μαχαίρι και με εξαιρετικά σοβαρό ύφος άρχισε να κόβει το καρβέλι. Κόβοντάς το στη μέση κοίταξε μέσα και προς μεγάλη του έκπληξη είδε κάτι άσπρο. Το έβγαλε προσεκτικά με το μαχαίρι του και το πάτησε με το δάκτυλό του. "Είναι σκληρό..." σκέφτηκε, "τι στο καλό μπορεί να είναι;"
Το πίεσε με τα δάκτυλά του και το έβγαλε -μια μύτη!... Στη θέα της τα χέρια του κρεμάστηκαν, ύστερα έτριψε τα μάτια του και ξανακοίταξε το αντικείμενο: ναι, μια μύτη, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία, και μάλιστα του φαινόταν σαν να την ήξερε. Μια έκφραση φρίκης απλώθηκε στο πρόσωπο του Ιβάν Γιακόβλεβιτς. Όμως αυτή η φρίκη δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την αγανάκτηση που κατέλαβε την κυρία σύζυγό του.
"Από πού έκοψες αυτή τη μύτη, χασάπη;" έσκουξε, κιτρινίζοντας από την οργή της. "Ρεμπεσκέ! Μπεκρούλιακα! Εγώ η ίδια θα το αναφέρω στην αστυνομία. Εγκληματία με δίπλωμα! Κιόλας τρεις άνθρωποι μού 'χουν πει ότι τους τράβηξες τόσο δυνατά τις μύτες ενώ τους ξύριζες, ώστε είναι θαύμα που αυτές είναι ακόμα στη θέση τους." Όμως ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς είχε αποσβολωθεί. Είχε αναγνωρίσει τη μύτη: ανήκε στον κολεγιακό πάρεδρο 1, τον οποίο ξύριζε κάθε Τετάρτη και Σάββατο.
"Περίμενε, Πρασκόβγια Οσίποβνα! Θα την τυλίξω σε ένα πανί και θα την βάλω εκεί στη γωνιά. 'Aφησέ την εκεί για λίγο, μετά θα την πάρω."
"Μην συνεχίζεις! Νομίζεις ότι θα επιτρέψω να στέκεται στο δωμάτιό μου μια κομμένη μύτη; Βλάκα! Στο μόνο που είσαι καλός είναι να τροχίζεις το ξυράφι σου και σύντομα δεν θα μπορείς καθόλου να κάνεις σωστά τη δουλειά σου, μπουνταλά! Μασκαρά! Νομίζεις ότι θα πάρω το μέρος σου στην αστυνομία; Ούτε που να το σκέφτεσαι, ανίκανε, χοντροκέφαλε! Πάρ' την από δω! Αμέσως! Όπου σου αρέσει, αλλά να μην την ξαναδώ!"
Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς στεκόταν εκεί εμβρόντητος. Κόντευε να χάσει τα μυαλά του, τα είχε τελείως χαμένα. "Ο διάβολος ξέρει πώς έγινε αυτό", είπε τελικά, ξύνοντας το κεφάλι του. "Ίσως ήρθα σπίτι μεθυσμένος χτες βράδυ, ίσως όχι, δεν μπορώ να πω. Αλλά τι σχέση έχει αυτό; Είναι εντελώς γελοίο. Εννοώ ότι το ψωμί είναι κάτι που το ψήνουμε και μια μύτη δεν έχει καμιά σχέση. Είναι μυστήριο για μένα!..." Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς βυθίστηκε σε σιωπή. Η σκέψη ότι η αστυνομία μπορούσε να τον βρει με τη μύτη και να τον συλλάβει τον τρομοκρατούσε. Έβλεπε κιόλας με τη φαντασία του το κόκκινο κολάρο, με το ωραίο ασημένιο σιρίτι, το σπαθί... και έτρεμε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Τελικά πήρε τη φανέλα του και τις μπότες του, τις φόρεσε και με τη συνοδεία των δυσοίωνων προσταγών της Πρασκόβγια Οσίποβνα τύλιξε τη μύτη σε ένα πανί και βγήκε στο δρόμο.
Ήθελε να την κρύψει κάπου μακριά, ίσως να τη χώσει πίσω από καμιά πέτρα κοντά στις πύλες ή να την πετάξει τυχαία κάπου και ύστερα να στρίψει βιαστικά στον κοντινότερο δρόμο. Αλλά προς απογοήτευσή του, έπεφτε συνεχώς πάνω σε γνωστούς, που του γίνονταν τσιμπούρι: "Πού πηγαίνεις;" ή "Ποιον πας να ξυρίσεις τόσο πρωί;" και δεν άφηναν καμιά δυνατότητα στον Ιβάν Γιακόβλεβιτς να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Κάποια στιγμή κατάφερε να την πετάξει, αλλά ένας αστυφύλακας που έκανε περιπολία τον φώναξε δείχνοντας με τη λόγχη του: "Ε, εσείς! Σας έπεσε κάτι!" Και ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ήταν υποχρεωμένος να πάρει τη μύτη και να την παραχώσει στην τσέπη του. Είχε αρχίσει να απελπίζεται, γιατί ο δρόμος γέμιζε κόσμο καθώς άνοιγαν τα μαγαζιά και οι πάγκοι.
Αποφάσισε να τραβήξει για τη γέφυρα Ισακιέβσκι, όπου αν είχε τύχη θα μπορούσε να την πετάξει στον Νέβα... Όμως είμαι ένοχος ελαφριάς αβλεψίας, εφόσον μέχρι τώρα έχω παραλείψει να σας πω ο,τιδήποτε για τον Ιβάν Γιακόβλεβιτς, πρόσωπο άξιο εκτίμησης από πολλές απόψεις.
Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, όπως κάθε Ρώσος μαγαζάτορας που σέβεται τον εαυτό του, ήταν φοβερός μπεκρής. Και παρόλο που κάθε μέρα της εβδομάδας ξύριζε τα πηγούνια των άλλων, το δικό του ήταν σταθερά αξύριστο. Το φράκο του Ιβάν Γιακόβλεβιτς (γιατί ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ποτέ δε φορούσε ρεντιγκότα) ήταν ψαρωτό, δηλαδή μαύρο, αλλά με κιτρινοκαφέ και γκρίζες βούλες. Το κολάρο ήταν τριμμένο και στη θέση των τριών κουπιών κρέμονταν απλώς κλωστές. Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ήταν πολύ κυνικός και όταν, καταπώς το συνήθιζε, ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ του έκανε την παρατήρηση ενώ τον ξύριζε: "Ιβάν Γιακόβλεβιτς, τα χέρια σου πάντα βρωμάνε!", ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς θα αποκρινόταν: "Δεν καταλαβαίνω πώς θα μπορούσαν." "Δεν το ξέρω, παλιόφιλε, αλλά αυτά το ξέρουν", θα έλεγε ο κολεγιακός πάρεδρος και ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, ρουφώντας μια πρέζα ταμπάκο, θα αντιδρούσε σε αυτή την παρατήρηση σαπουνίζοντάς τον στα μάγουλα, κάτω από τη μύτη, πίσω από τα αυτιά και κάτω από το πηγούνι, με άλλα λόγια, όπου του κατέβαινε.
Αυτός ο ευυπόληπτος πολίτης είχε τώρα φτάσει στη γέφυρα Ισακιέβσκι. Πρώτα κοίταξε τριγύρω, ύστερα έσκυψε πάνω από τα κάγκελα σαν να ήθελε να κοιτάξει κάτω από τη γέφυρα, για να εξακριβώσει αν υπήρχαν πολλά ψάρια εκείνη τη μέρα και στα κλεφτά έριξε το πανί που περιείχε τη μύτη. Ένιωσε σαν να είχε φύγει ένα βάρος τόνου από τους ώμους του, μάλιστα ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς γέλασε χαμηλόφωνα. Αντί να πάει να ξυρίσει τα πηγούνια δημοσίων υπαλλήλων, έστρεψε τα βήματά του προς ένα κατάστημα με την επιγραφή: "Τρόφιμα και τσάι" για να παραγγείλει ένα ποτήρι ποντς, όταν πρόσεξε ξαφνικά στην άλλη άκρη της γέφυρας έναν αξιωματικό της αστυνομίας, με επιβλητικό παράστημα, με φαβορίτες σαν μπριζόλες, τρίκωχο καπέλο και ξίφος. Κοκάλωσε. Στο μεταξύ, ο αξιωματικός της αστυνομίας δείχνοντάς τον με το δάκτυλο, είπε: "Σταμάτα, καλέ μου άνθρωπε!"
Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, που ήξερε τη σωστή διαδικασία σε τέτοιες περιστάσεις, έβγαλε το καπέλο του ενώ απείχε ακόμα αρκετά και πλησιάζοντας ζωηρά είπε: "Πολλή καλημέρα σας, εντιμότατε!"
"Όχι, όχι, φίλε μου, αφήστε τα 'εντιμότατε' και πείτε μου τι κάνατε πάνω στη γέφυρα, ε;"
"Στο όνομα του Θεού, κύριε, πήγαινα σε ένα πελάτη και σκέφτηκα να ρίξω μια ματιά πόσο γρήγορα κυλά το ποτάμι."
"Λες ψέματα! Μην νομίζεις ότι θα ξεφύγεις μ' αυτό. Ας ακούσουμε, λοιπόν, την αλήθεια!"
"Θα ήμουν ευτυχής, εντιμότατε, αν σας ξύριζα δυο φορές τη βδομάδα ή ακόμα και τρεις φορές, χωρίς κανένα παράπονο", απάντησε ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς.
"Όχι, φίλε μου, αυτό δεν αρκεί. Έχω κιόλας τρεις μπαρμπέρηδες να με ξυρίζουν και όλοι τους το θεωρούν μεγάλη τιμή. Αλλά τώρα ας ακούσουμε τι κάνατε;"
Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς χλώμιασε... Σ' αυτό το σημείο, όμως, τα γεγονότα τυλίγονται στην καταχνιά και δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για ό,τι επακολούθησε.
Ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ ξύπνησε πολύ νωρίς και ξεφύσηξε "μπρ!..." όπως έκανε πάντα όταν ξυπνούσε, χωρίς να υπάρχει κανείς προφανής λόγος ακόμα και για τον ίδιο. Τεντώθηκε και ζήτησε το μικρό καθρέφτη που ήταν πάνω στην τουαλέτα. Ήθελε να ρίξει μια ματιά στο σπυρί που είχε εμφανιστεί στη μύτη του την προηγούμενη νύκτα. Αλλά προς τεράστια κατάπληξή του είδε ότι εκεί που θα έπρεπε να είναι η μύτη του ήταν μια επίπεδη επιφάνεια! Ένιωσε φρίκη, ζήτησε νερό και σκούπισε τα μάτια του με μια πετσέτα: ήταν αλήθεια, δεν υπήρχε καθόλου μύτη! Τσιμπήθηκε για να σιγουρευτεί ότι δεν κοιμόταν. Ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ πετάχτηκε από το κρεβάτι του και κουνήθηκε: δεν υπήρχε καθόλου μύτη!... Ζήτησε αμέσως τα ρούχα του και ξεκίνησε βιαστικά με κατεύθυνση το γραφείο του αστυνομικού διευθυντή.
Στο μεταξύ όμως, ο αναγνώστης πρέπει να κάνει τη γνωριμία του Κοβάλεφ, ώστε να μπορεί να καταλάβει από μόνος του τι είδους άνθρωπος ήταν ο κολεγιακός μας πάρεδρος. Οι κολεγιακοί πάρεδροι, που παίρνουν αυτό το βαθμό με τη βοήθεια ποικίλων πανεπιστημιακών διπλωμάτων, δεν μπορούν κατ' ουδένα τρόπο να συγκριθούν με εκείνους τους κολεγιακούς παρέδρους που αποκτούν αυτή τη θέση στον Καύκασο 2. Πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά είδη. Για μορφωμένους κολεγιακούς παρέδρους... Όμως η Ρωσία είναι τόσο παράξενο μέρος που άμα πεις κάτι για έναν κολεγιακό πάρεδρο, είναι σίγουρο ότι όλοι οι συνάδελφοί του, από τη Ρήγα μέχρι την Καμτσάτκα, το παίρνουν προσωπικά. Το ίδιο ισχύει για όλους τους βαθμούς και για όλα τα αξιώματα. Ο Κοβάλεφ είχε γίνει κολεγιακός πάρεδρος στον Καύκασο. Είχε αυτό το βαθμό μόνον δυο χρόνια και έτσι φούσκωνε ακόμα για τη νεοαποκτημένη του αξιοπρέπεια. Για να δίνει στον εαυτό του ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα και κύρος, αποκαλούσε πάντα τον εαυτό του ταγματάρχη αντί κολεγιακό πάρεδρο. "'Aκουσε, καλή μου γυναίκα", θα έλεγε, αν συναντούσε κάποια πωλήτρια υποκαμίσων στο δρόμο, "έλα σπίτι μου, το διαμέρισμά μου είναι στην οδό Σαντόβαγια. Ρώτα οποιονδήποτε που μένει ο ταγματάρχης Κοβάλεφ και θα σου δείξει." Και αν ξεχώριζε καμιά ιδιαίτερα χαριτωμένη νέα, θα της έδινε πρόσθετη μυστική παραγγελία, λέγοντας: "Ρώτα την ορντινάντσα μου για το διαμέρισμα του ταγματάρχη Κοβάλεφ." Γι' αυτό το λόγο, θα αποκαλούμε στον εξής τον κολεγιακό μας πάρεδρο ταγματάρχη.
Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε τη συνήθεια να κάνει καθημερινά περίπατο κατά μήκος της λεωφόρου Νιέβσκι. Το κολάρο του πουκαμίσου του ήταν πάντα άσπρο σαν το χιόνι και κολλαριστό. Οι φαβορίτες του ήταν του είδους που μπορούμε ακόμα να δούμε στα μάγουλα επαρχιακών επιθεωρητών, αρχιτεκτόνων, στρατιωτικών γιατρών, αστυνομικών κάθε είδους και γενικά όλων των κυρίων που είναι προικισμένοι με γεμάτα, ροδοκόκκινα μάγουλα και κλίση στην πρέφα. Αυτές οι φαβορίτες εκτείνονται μέχρι τη μέση του μάγουλου και από κει φθάνουν ακριβώς μέχρι τη μύτη. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε πολλές σφραγίδες από κορνέλιο, μερικές με εμβλήματα και άλλες που έγραφαν: Τετάρτη, Πέμπτη, Δευτέρα και ούτω καθεξής. Ο ταγματάρχης είχε έρθει στην Αγία Πετρούπολη για έναν ειδικό σκοπό, συγκεκριμένα για να βρει μια θέση κατάλληλη για το βαθμό του. Αν το πετύχαινε θα ήταν σε επίπεδο υποδιοικητή, αν όχι θα κανόνιζε μια θέση στη διοίκηση κάποιου σημαντικού υπουργείου. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ δεν ήταν αντίθετος με την ιδέα του γάμου, αλλά μόνον με την προϋπόθεση ότι η νύφη θα διέθετε κεφάλαιο διακοσίων χιλιάδων. Έτσι ο αναγνώστης μπορεί τώρα να κρίνει από μόνος του τη διάθεση του ευυπόληπτου ταγματάρχη, όταν αυτός ανακάλυψε αντί για μια ευπαρουσίαστη μύτη μετρίων διαστάσεων μια γελοία, κενή, επίπεδη επιφάνεια.
Για κακή του τύχη, δεν φαινόταν καμιά άμαξα στο δρόμο και ήταν υποχρεωμένος να πάει με τα πόδια, τυλιγμένος στην κάπα του και καλύπτοντας το πρόσωπό του μ' ένα μαντήλι σαν κάποιος που η μύτη του αιμορραγεί. "Ίσως τα φαντάζομαι όλα αυτά, μια μύτη δεν μπορεί να εξαφανιστεί έτσι." Πήγε σ' ένα ζαχαροπλαστείο με συγκεκριμένο σκοπό να κοιταχτεί σ' ένα καθρέπτη. Για καλή του τύχη δεν ήταν κανείς στο μαγαζί, οι σερβιτόροι καθάριζαν τις αίθουσες και τακτοποιούσαν τις καρέκλες. Μερικοί κουβαλούσαν δίσκους με ζεστές πίτες. Οι χτεσινές λεκιασμένες με καφέδες εφημερίδες ήταν πεταμένες στα τραπέζια και στις καρέκλες. "Δόξα στο Θεό, δεν είναι κανείς εδώ", είπε, "τώρα μπορώ να ρίξω μια ματιά." Πλησίασε δειλά τον καθρέπτη και κοίταξε: "Τι αηδιαστικό!" αναφώνησε φτύνοντας... "Αν τουλάχιστον υπήρχε κάτι στη θέση της μύτης, αλλά να μην έχει μείνει τίποτα!..."


Δαγκώνοντας από στενοχώρια τα χείλη του, έφυγε από το ζαχαροπλαστείο και αποφάσισε να αποχωριστεί τη συνήθεια που είχε και να μην κοιτάξει ούτε να χαμογελάσει σε κανένα. Ξαφνικά, κοκάλωσε δίπλα στο κούφωμα μιας πόρτας, καθώς ένα απίστευτο γεγονός ξετυλιγόταν κάτω από τα μάτια του: μια άμαξα σταμάτησε στην είσοδο, οι πόρτες άνοιξαν, ένας αξιωματικός με στολή βγήκε σκυφτός και ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Φανταστείτε τη φρίκη και την κατάπληξη του Κοβάλεφ, όταν αναγνώρισε ότι αυτό το άτομο ήταν η ίδια του η μύτη! Αυτό το απίθανο θέαμα τον έκανε να τρικλίζει από κατάπληξη και μόλις που μπορούσε να κρατηθεί όρθιος στα πόδια του, αλλά αποφάσισε όποιο κι αν ήταν το τίμημα να περιμένει την επιστροφή της μύτης στην άμαξα και παρέμεινε εκεί τρέμοντας σαν να είχε πυρετό. Πράγματι, δυο λεπτά αργότερα, εμφανίστηκε η μύτη. Φορούσε χρυσοκεντημένη στολή με ψηλό, σκληρό κολάρο, πέτσινη κυλότα και ένα σπαθί κρεμόταν στο πλευρό του. Από το φτερωτό καπέλο του ήταν φανερό ότι είχε το βαθμό του κρατικού συμβούλου 3. Ήταν επίσης φανερό από το παρουσιαστικό του ότι πήγαινε επίσκεψη. Κοίταξε γύρω, φώναξε στον αμαξά "Εδώ!", ανέβηκε στην άμαξα και τα άλογα ξεκίνησαν καλπάζοντας.
Ο κακόμοιρος Κοβάλεφ σχεδόν έχασε το μυαλό του. Δεν ήξερε τι να κάνει μ' αυτό το εξαιρετικά απίθανο συμβάν. Και πράγματι, πώς θα μπορούσες να εξηγήσεις το γεγονός ότι μια μύτη, που την προηγούμενη μέρα ήταν ακόμη κολλημένη στο πρόσωπό του, ανίκανη να ιππεύσει ή να περπατήσει, φορούσε τώρα στολή! Ακολούθησε τον αμαξά, που ευτυχώς δεν πήγε μακριά προτού σταματήσει μπροστά στον καθεδρικό ναό του Καζάν.
Κατευθύνθηκε βιαστικά προς τον καθεδρικό ναό, άνοιξε δρόμο ανάμεσα από τις γριές ζητιάνες, οι οποίες είχαν τυλιγμένα τα πρόσωπά τους με κουρέλια αφήνοντας μόνον δυο σχισμές για τα μάτια, θέαμα που προηγουμένως του προκαλούσε πάντα ιλαρότητα και μπήκε στην εκκλησία. Δεν υπήρχαν πολλοί μέσα και ήταν στριμωγμένοι γύρω από την είσοδο. Ο Κοβάλεφ ήταν τόσο αναστατωμένος που του ήταν εντελώς αδύνατο να προσευχηθεί και ερευνούσε ζωηρά με το βλέμμα την εκκλησία ελπίζοντας να διακρίνει τον κύριο με τη στολή. Τελικά τον είδε να στέκεται στην μια πλευρά. Η μύτη είχε κρύψει τελείως το πρόσωπό της στο ψηλό, σκληρό κολάρο και προσευχόταν με έκφραση υπέρτατης ευσέβειας.
"Πώς μπορώ να τον πλησιάσω;" σκέφτηκε ο Κοβάλεφ. "Αν κρίνω από τη στολή του και το καπέλο του θα πρέπει να είναι κρατικός σύμβουλος. Ένας Διάβολος ξέρει τι πρέπει να κάνω!"
Έβηξε καθώς τον πλησίαζε, αλλά η μύτη, απτόητη, παρέμεινε στη ψευτοθεοσεβούμενη στάση της, κάνοντας βαθιές υποκλίσεις στην κατεύθυνση της Αγίας Τράπεζας. "Καλέ μου κύριε..." είπε ο Κοβάλεφ, επιστρατεύοντας στην απελπισία του όλο του το θάρρος, "καλέ μου κύριε..." "Τι συμβαίνει;" ρώτησε η μύτη κοιτάζοντας γύρω. "Είμαι έκπληκτος, κύριε... Νομίζω... θα έπρεπε να ξέρετε τη θέση σας. Και κοιτάξτε πού σας βρίσκω: σε μια εκκλησία. Θα πρέπει να συμφωνείτε..."
"Συγχωρέστε με, αλλά μου είναι αδύνατο να καταλάβω ο,τιδήποτε απ' όσα μου λέτε. Παρακαλώ εξηγηθείτε."
"Πώς μπορώ να εξηγηθώ;" σκέφτηκε ο Κοβάλεφ και ξαναπαίρνοντας θάρρος άρχισε: "Φυσικά... τώρα είμαι ταγματάρχης. Και, είμαι σίγουρος ότι συμφωνείτε, το να τριγυρνάω χωρίς μύτη είναι μάλλον ανάρμοστο. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν κάποια πλανόδια πωλήτρια που πουλά καθαρισμένα πορτοκάλια στη γέφυρα Βοσκρεσένσκι καθόταν εκεί χωρίς μύτη, αλλά καθώς ελπίζω σε προαγωγή... και επιπλέον να γνωριστώ με τις κυρίες κάποιων διακεκριμένων οικογενειών, με τη σύζυγό του κρατικού συμβούλου Τσεκτάργιοφ και άλλες... Κρίνετε μόνος σας... Δεν ξέρω καθόλου πώς να θέσω το ζήτημα, κύριε..." (Μ' αυτά τα λόγια ο ταγματάρχης Κοβάλεφ σήκωσε τους ώμους.) "Συγχωρέστε με, αλλά αν το δείτε αυστηρά από την άποψη του καθήκοντος και της τιμής... θα πρέπει σίγουρα να συμφωνείτε..."
"Δεν καταλαβαίνω τίποτα", απάντησε η μύτη. "Θα ήταν καλοσύνη σας αν γινόσασταν σαφής."
"Καλέ μου κύριε..." είπε ο Κοβάλεφ με αξιοπρεπές ύφος. "Στην πραγματικότητα, δυσκολεύομαι να καταλάβω τα λόγια σας... Εμένα μου φαίνεται πολύ απλό... Ή επιθυμείτε... Το ζήτημα είναι ότι είσαστε η μύτη μου!"
Η μύτη κοίταξε τον ταγματάρχη και τα χαρακτηριστικά της συνοφρυώθηκαν.
"Κάνετε λάθος, καλέ μου κύριε. Είμαι αυθύπαρκτο άτομο. Επιπλέον, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά στενή σχέση μεταξύ μας, γιατί αν κρίνω από τα κουμπιά της στολής σας θα πρέπει να υπηρετείτε σε άλλο υπουργείο." Αφού είπε αυτά, η μύτη γύρισε από την άλλη μεριά και συνέχισε να προσεύχεται.
Τώρα ο Κοβάλεφ τα είχε εντελώς χαμένα και δεν ήξερε τι να κάνει, ούτε καν τι να σκεφτεί. Ακριβώς τότε άκουσε το ευχάριστο θρόισμα γυναικείου φουστανιού: πλησίαζε μια ηλικιωμένη κυρία, στολισμένη με ένα σωρό δαντέλες και συνοδευόμενη από μια αδύνατη ύπαρξη, ντυμένη μ' ένα λευκό φόρεμα που ταίριαζε τέλεια με τη λιγνή της κορμοστασιά και ένα ανοικτό κίτρινο καπέλο, ελαφρύ σαν φύλλο για μιλφέγι. Πίσω τους στεκόταν ένας ψηλός υπηρέτης με μεγάλες φαβορίτες και γεμάτος δαντέλες που άνοιγε μια ταμπακέρα.
Ο Κοβάλεφ πλησίασε λίγο περισσότερο, έσιαξε το μπατιστένιο κολάρο του πουκαμίσου του, προσάρμοσε τις σφραγίδες στην χρυσή αλυσίδα του ρολογιού του και χαμογελώντας δεξιά και αριστερά έστρεψε την προσοχή του στην λιγνή κυρία, που έγειρε ελαφρά προς τα μπροστά, σαν λουλούδι την άνοιξη, καθώς ύψωσε στο μέτωπό της τα σχεδόν διαφανή δάκτυλα του κατάλευκου σαν κρίνου χεριού του. Το χαμόγελο του Κοβάλεφ έγινε πλατύτερο όταν κάτω από το καπέλο της διέκρινε ένα στρογγυλό, βελούδινο πηγούνι και ένα μέρος από το μάγουλό της, που είχε το χρώμα του πρώτου ανοιξιάτικου τριαντάφυλλου. Ξαφνικά, όμως, αναπήδησε σαν να τον είχαν ζεματίσει. Θυμήθηκε ότι στη θέση της μύτης δεν είχε απολύτως τίποτα και δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. Έκανε μεταβολή για να πει με πολλά λόγια στον κύριο με τη στολή ότι απλώς ισχυριζόταν πως ήταν κρατικός σύμβουλος, πως ήταν απατεώνας και παλιάνθρωπος και ότι δεν ήταν τίποτα παραπάνω παρά η μύτη του... Όμως, η μύτη είχε εξαφανιστεί· στο διάστημα που μεσολάβησε είχε σημάνει υποχώρηση, αναμφίβολα για να κάνει κάποια άλλη επίσκεψη.
Αυτό βύθισε τον Κοβάλεφ σε απελπισία. Βγήκε έξω και σταμάτησε για μια στιγμή στη στοά, κοιτάζοντας προσεκτικά γύρω με την ελπίδα πως θα ξεχώριζε τη μύτη. Θυμόταν ευκρινώς ότι φορούσε καπέλο με φτερό και χρυσοκεντημένη στολή, αλλά δεν είχε προσέξει το πανωφόρι του, ούτε το χρώμα της άμαξάς του, ούτε τα άλογά του, ούτε καν αν είχε λακέ και αν είχε τι λιβρέα φορούσε αυτός. Επιπλέον, υπήρχαν τόσες πολλές άμαξες που συνωστίζονταν πηγαίνοντας πάνω κάτω και με τέτοια ταχύτητα που δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει μεταξύ τους και εξάλλου ήταν εντελώς ανίσχυρος να σταματήσει οποιαδήποτε από αυτές. Ήταν μια θεσπέσια ηλιόλουστη μέρα. Πλήθη κόσμου ήταν μαζεμένα στον Νιέβσκι και τα πεζοδρόμια ξεχείλιζαν από ένα λουλουδένιο καταρράκτη κυριών σε όλο το δρόμο από τη γέφυρα Πολιτσέικι μέχρι τη γέφυρα Ανίτσκοφ. Εκεί ήταν ένας γνωστός του, ένας αυλικός σύμβουλος, τον οποίο προσφωνούσε αντισυνταγματάρχη, ιδιαίτερα μπροστά σε ξένους. Εδώ είδε τον Γιαρίγκιν, επικεφαλής μιας υπηρεσίας στη Γερουσία, μεγάλο φίλο, που πάντοτε έχανε όταν έπαιζε πρέφα. Δίπλα, κάποιος άλλος ταγματάρχης, που κι αυτός είχε κερδίσει το βαθμό του κολεγιακού παρέδρου στον Καύκασο, του έγνεψε σε χαιρετισμό...
"Στο διάβολο!" είπε ο Κοβάλεφ. "Ε, αμαξά, πήγαινέ με αμέσως στον αστυνομικό διευθυντή!"
Ο Κοβάλεφ ανέβηκε σε μια ντρόσκι και κάθισε φωνάζοντας στον αμαξά: "Όσο πιο γρήγορα μπορείς!"
"Είναι ο αστυνομικός διευθυντής στο σπίτι;" φώναξε, κοιτώντας στον προθάλαμο. "Φοβάμαι πως όχι", απάντησε ο υπηρέτης, "μόλις βγήκε." "Να πάρει ο διάβολος!" "Ναι", συνέχισε ο υπηρέτης, "δεν έχει πολλή ώρα, αλλά έχει φύγει. Ένα λεπτό νωρίτερα και θα τον είχατε προλάβει."
Ο Κοβάλεφ, που όλη την ώρα σκέπαζε το πρόσωπό του με το μαντήλι, ξανανέβηκε στην άμαξα και φώναξε με απελπισμένη φωνή: "Ξεκίνα!" "Για πού;" ρώτησε ο αμαξάς. "Ίσια μπροστά!" "Πώς γίνεται; Ο δρόμος χωρίζει στα δυο. Δεξιά ή αριστερά;" Αυτή η ερώτηση υποχρέωσε τον Κοβάλεφ να σταθεί και να σκεφτεί. Στη θέση που βρισκόταν θα ήταν καλύτερα να επιστρέψει στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης 4, όχι γιατί αυτό συνδεόταν άμεσα με την αστυνομία, αλλά γιατί διεκπεραίωνε τις υποθέσεις πολύ πιο γρήγορα από τις άλλες υπηρεσίες. Να ζητήσει ικανοποίηση από την υπηρεσία όπου η μύτη ισχυριζόταν ότι εργαζόταν δεν θα ήταν προφανώς συνετό. Ήταν φανερό από τις ίδιες τις δηλώσεις της μύτης ότι αυτό το πλάσμα δεν είχε ιερό και όσιο και ότι ήταν εξίσου πιθανό να ξαναπεί ψέματα, όπως είχε πει ψέματα και προηγουμένως, όταν ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν είχε αντικρίσει τον ταγματάρχη Κοβάλεφ. Ο Κοβάλεφ ήταν έτοιμος να διατάξει τον αμαξά να πάει στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, όταν του ήρθε στο μυαλό μια άλλη σκέψη, συγκεκριμένα, ότι αυτός ο κατεργάρης και απατεώνας, που στην πρώτη τους συνάντηση είχε φερθεί τόσο ξετσίπωτα, μπορεί να το είχε κιόλας σκάσει από την πόλη. Σ' αυτή την περίπτωση, όλες οι προσπάθειες να τον βρει θα ήταν εντελώς μάταιες, είτε θα συνεχίζονταν, ο Θεός να φυλάει, για έναν ολόκληρο μήνα. Τελικά, ήταν σαν να τον καθοδήγησε ο Θεός. Αποφάσισε να πάει κατευθείαν στα γραφεία της εφημερίδας και να βάλει αμέσως μια αγγελία με λεπτομερειακή περιγραφή όλων της των γνωρισμάτων, ώστε, όποιος την έβλεπε, θα μπορούσε να του την ξαναβρεί ή τουλάχιστον να τον πληροφορήσει πού βρισκόταν. Αφού κατέληξε σ' αυτή την απόφαση, διέταξε τον αμαξά να κατευθυνθεί στα γραφεία της εφημερίδας και σ' όλη τη διαδρομή ξεφυσούσε πίσω του φωνάζοντας: "Πιο γρήγορα, κατεργάρη! Πιο γρήγορα, μασκαρά!" "Ουφ, κύριε!" μούγκρισε ο αμαξάς, κουνώντας το κεφάλι του και τραβώντας ελαφρά τα γκέμια του αλόγου του, που ήταν τριχωτό σαν μαλλιαρό σκυλάκι. Μετά από ώρα, η άμαξα σταμάτησε τελικά και ο Κοβάλεφ έτρεξε ασθμαίνοντας στη μικρή αίθουσα υποδοχής, όπου ένας γκριζομάλλης διοπτροφόρος γραμματέας μ' ένα παλιό φράκο καθόταν πίσω από ένα γραφείο και δαγκώνοντας την πένα του από φτερό μετρούσε μια στοίβα χάλκινα νομίσματα που ήταν ακουμπισμένα μπροστά του.
"Ποιος παίρνει τις αγγελίες εδώ;" φώναξε ο Κοβάλεφ. "Α, καλημέρα!"
"'Μέρα", είπε ο γκριζομάλλης γραμματέας σηκώνοντας τα μάτια για μια στιγμή και ξαναχαμηλώνοντάς τα στις τακτοποιημένες στοίβες νομισμάτων. "Θα ήθελα να δημοσιεύσω..." "Μια στιγμή. Αν δεν σας πειράζει να περιμένετε", είπε ο γραμματέας, γράφοντας έναν αριθμό με το δεξί του χέρι, ενώ μετακινούσε δυο χάνδρες σ' έναν άβακα με το αριστερό του. Ένας λακές με κομψό πανωφόρι με σιρίτια και με εμφάνιση που φανέρωνε ότι δούλευε σε αριστοκρατικό σπίτι, στεκόταν δίπλα στο γραφείο κρατώντας ένα σημείωμα και επειδή ένιωσε ότι του επιβαλλόταν να επιδείξει απλοϊκότητα προσφέρθηκε αυθόρμητα: "Πιστέψτε με, κύριε, το φρικτό σκυλάκι δεν αξίζει ογδόντα καπίκια, όσο για μένα δεν θα σας έδινα γι' αυτό ούτε μπρούτζινο κουμπί, αλλά η κόμισσα το αγαπά, το αγαπά τρομερά και έτσι προσφέρει εκατό ρούβλια σε όποιον το βρει. Αν θέλετε να ξέρετε την ειλικρινή μου γνώμη, μεταξύ μας μόνο, οι άνθρωποι δεν λογαριάζουν τα λεφτά προκειμένου να ικανοποιήσουν τα γούστα τους. Πάρτε έναν κυνηγό, δεν θα τον ένοιαζε να πληρώσει πεντακόσια, ακόμα και χίλια ρούβλια για ένα λαγωνικό ή για ένα ριτρίβερ, αλλά τουλάχιστον πληρώνει για καλό σκυλί."


Ο ευυπόληπτος γραμματέας άκουγε σοβαρά αυτό το λόγο και συγχρόνως συνέχιζε τους υπολογισμούς του, μετρώντας τον αριθμό των γραμμάτων στο σημείωμα που του είχαν φέρει. Γύρω του περιφέρονταν πολλές γριές, εμποροϋπάλληλοι και θυρωροί με σημειώματα. Το ένα ήταν ενός ήρεμου αμαξά που γύρευε δουλειά, το άλλο διαφήμιζε την πώληση μιας ελάχιστα χρησιμοποιημένης παγίδας, φερμένης από το Παρίσι το 1814, άλλο ζητούσε δουλοπάροικη πεπειραμένη πλύστρα, αλλά κατάλληλη και για άλλες δουλειές, ζητούσαν αγοραστές για γερή ντρόσκι, που της έλειπε μια σούστα, για νεαρό ζωηρό άλογο με γκρίζες πιτσιλιές, για φοράδα δέκα επτά χρόνων, για νέους σπόρους γογγυλιού και ραδικιών που είχαν εισαχθεί από το Λονδίνο, για αγροτικό σπίτι με μεγάλο κήπο, στάβλο για δύο άλογα, μια έκταση όπου θα μπορούσε να φυτευτεί μια εξαιρετική σημύδα ή ένα σύδεντρο από έλατα. Ένα άλλο σημείωμα εφιστούσε την προσοχή σε όσους ήθελαν να αγοράσουν παλιές σόλες από μπότες, προσκαλώντας τους στην αίθουσα πλειστηριασμών καθημερινά μεταξύ 8 π.μ. και 3 μ.μ. Το δωμάτιο στο οποίο ήταν συγκεντρωμένη αυτή η ομήγυρη ήταν μικρών διαστάσεων και η ατμόσφαιρα σ' αυτό ήταν εξαιρετικά βαριά, αλλά ο Κοβάλεφ δεν καταλάβαινε τίποτα από την ατμόσφαιρα επειδή κρατούσε το μαντήλι του στο πρόσωπό του και εξάλλου η ίδια η μύτη του ήταν εκείνη τη στιγμή ένας Θεός ξέρει πού.
"Καλέ μου κύριε, πραγματικά, πρέπει... Είναι πολύ σημαντικό", ξέσπασε ανυπόμονα.
"Μια στιγμή! Δύο ρούβλια και σαράντα τρία καπίκια! Αμέσως! Ένα ρούβλι εξήντα τέσσερα καπίκια!" διέτασσε ο γκριζομάλλης γραμματέας, κουνώντας κομμάτια χαρτί μπροστά στη μούρη των ηλικιωμένων γυναικών και των θυρωρών. "Τι θέλετε;" είπε τελικά και στράφηκε στον Κοβάλεφ.
"Θα ήθελα..." είπε ο Κοβάλεφ, "έχει διαπραχθεί μια άθλια πράξη προδοσίας, ακόμα δεν μπορώ να την αποδείξω. Θέλω να δημοσιεύσετε ότι το άτομο που θα μου φέρει αυτόν τον κατεργάρη θα ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα." "Θα μπορούσα, παρακαλώ, να έχω το όνομά σας;" "Όχι, γιατί χρειάζεστε το όνομά μου; Δεν μπορώ να το κοινοποιήσω. Έχω ένα σωρό γνωριμίες: τη γυναίκα του κρατικού συμβούλου Τσεκτάρεφ, την Παλάγκεγια Γκριγκορίεβνα Ποντότσινα, σύζυγο αξιωματικού του επιτελείου. Θα μπορούσαν να το δουν, ο Θεός ας φυλάει! Θα μπορούσατε απλώς να γράψετε: ένας κολεγιακός πάρεδρος ή ακόμα καλύτερα ένας κύριος με το βαθμό του ταγματάρχη." "Και το άτομο που το έσκασε ήταν κάποιος δουλοπάροικός σας;" "Τι; ένας δουλοπάροικός μου; Ω, όχι, ακόμα χειρότερο! Είναι η μ... η μύτη μου που το έσκασε..."
"Χμ, τι περίεργο επώνυμο. Και αυτός ο κύριος Μύτη σας βούτηξε κανένα μεγάλο ποσό;"
"Όχι, Μύτη, όχι... λάθος καταλάβατε! Η μύτη μου, η ίδια μου η μύτη έφυγε και εξαφανίστηκε. Μου κάνει κάποιο διαβολικό κόλπο!"
"Αλλά με ποιο τρόπο εξαφανίστηκε; Φοβάμαι ότι δεν μπορώ καθόλου να σας παρακολουθήσω."
"Δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος, αλλά το κύριο είναι ότι τώρα περιφέρεται στην πόλη παριστάνοντας τον κρατικό σύμβουλο. Σας ζητώ, λοιπόν, να βάλετε μια αγγελία που να ζητά από όποιον την πιάσει να μου την φέρει επειγόντως και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Κρίνετε μόνος σας: πώς μπορώ να συνεχίσω χωρίς ένα τόσο εξέχον μέρος της ανατομικής μου κατασκευής. Δεν είναι το ίδιο σαν να έχασα το μικρό δάκτυλο του ποδιού μου που θα μπορούσα να γλιστρήσω γρήγορα το πόδι μου μέσα στην μπότα προτού δεν κανείς ότι λείπει. Κάθε Πέμπτη επισκέπτομαι τη σύζυγο του κρατικού συμβούλου Τσεκτάρεφ. Η Παλάγκεγια Γκριγκορίεβνα Ποντοτσίνα είναι σύζυγος αξιωματικού του επιτελείου και έχει μια πολύ χαριτωμένη κόρη και είναι και οι δυο πολύ καλές φίλες μου, έτσι μπορείτε κι εσείς ο ίδιος να καταλάβετε σε τι δύσκολη θέση βρίσκομαι... Απλούστατα τώρα δεν μπορώ να εμφανιστώ μπροστά τους."
Ο γραμματέας έμεινε σκεπτικός για μια στιγμή, όπως φανέρωναν τα σφικτά ζαρωμένα χείλη του.
"Όχι, δεν μπορώ να δημοσιεύσω τέτοια αγγελία στην εφημερίδα", είπε τελικά μετά από παρατεταμένη σιωπή. "Τι; Γιατί όχι;" "Δεν μπορώ. Η εφημερίδα θα έχανε την υπόληψή της. Φανταστείτε μόνο αν ο καθένας άρχιζε να γράφει ότι το είχε σκάσει η μύτη του... Κιόλας ο κόσμος λέει ότι η εφημερίδα δημοσιεύει ένα σωρό ανοησίες και ψευδείς διαδόσεις."
"Αλλά πού βρίσκεται η ανοησία; Όλα είναι καθαρά σαν το φως της μέρας."
"Έτσι φαίνεται σε σας. Αλλά ας πάρουμε την παρακάτω περίπτωση που συνέβη την προηγούμενη βδομάδα. Ήρθε ένας υπάλληλος, ακριβώς όπως ήρθατε εσείς σήμερα, μ' ένα σημείωμα, που κόστιζε δύο ρούβλια και εβδομήντα τρία καπίκια, και αυτό που έλεγε η αγγελία ήταν ότι το είχε σκάσει ένα μαύρο μαλλιαρό σκυλάκι. Φαινομενικά τίποτα ασυνήθιστο. Αλλά κατέληγε σε μια δυσφημιστική συνέχεια, γιατί αυτό το μαλλιαρό σκυλάκι ήταν ο ταμίας κάποιου οργανισμού, δεν θυμάμαι ποιανού."
"Εγώ, όμως, δεν βάζω αγγελία για μαλλιαρό σκυλάκι, αλλά για την ίδια μου τη μύτη, που ισοδυναμεί με τον ίδιο μου τον εαυτό." "Λυπάμαι, δεν μπορώ να βάλω τέτοια αγγελία." "Ακόμα κι αν έχω χάσει πραγματικά τη μύτη μου!" "Αν είναι έτσι, τότε είναι δουλειά των γιατρών. Λένε πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να σας εφοδιάσουν με ό,τι μύτη σας αρέσει. Πάντως παρατηρώ ότι είσαστε χωρατατζής και σας αρέσουν τα αστεία." "Σας ορκίζομαι σε ό,τι είναι ιερό! Αφού τα πράγματα έφθασαν σ' αυτό το σημείο, θα σας δείξω!"
"Μην ενοχλείστε!" συνέχισε ο γραμματέας, παίρνοντας μια πρέζα ταμπάκο. "Στην πραγματικότητα, δεν είναι τόσο μεγάλος μπελάς", πρόσθεσε κοιτάζοντας με περιέργεια, "ίσως θα μπορούσα να ρίξω μια ματιά." Ο κ. Κοβάλεφ απομάκρυνε το μαντήλι από το πρόσωπό του. "Λοιπόν, αυτό είναι πολύ απίθανο!" είπε ο γραμματέας. "Η περιοχή είναι εντελώς λεία, σαν φρεσκοψημένη τηγανίτα. Εξαιρετικά λεία, πράγματι!"
"Τώρα ελπίζω ότι αυτό ανέτρεψε τις αντιρρήσεις σας! Μπορείτε να δείτε από μόνος σας ότι η αγγελία πρέπει να μπει. Θα σας είμαι εξαιρετικά ευγνώμων και είμαι πολύ ευτυχής που αυτό το ατύχημα μου έδωσε την ευχαρίστηση της γνωριμίας σας..." Ο ταγματάρχης, όπως μπορούμε να δούμε, είχε αποφασίσει σ' αυτό το σημείο να χρησιμοποιήσει λίγο την κολακεία.
"Να τη δημοσιεύσω, φυσικά, θα ήταν απλό το ζήτημα", είπε ο γραμματέας, "μόνο που δεν καταλαβαίνω σε τι μπορεί να σας ωφελήσει. Αν είστε αποφασισμένος να κάνετε κάτι γι' αυτό, τότε βρείτε κάποιον ικανό να γράφει, βάλτε τον να το γράψει σαν ένα σπάνιο περιστατικό της φύσης και δημοσιεύσετε αυτό το άρθρο στη Μέλισσα του Βορά" (σ' αυτό το σημείο πήρε άλλη μια πρέζα ταμπάκο) "για τη διαπαιδαγώγηση των νέων μας" (σ' αυτό το σημείο σκούπισε τη μύτη του) "ή πράγματι για το ενδιαφέρον του κοινού γενικά."
Αυτή η πρόταση ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ο κ. Κοβάλεφ χαμήλωσε το μάτια του στην εφημερίδα, όπου έπεσαν στην στήλη για το θέατρο. Ήταν έτοιμος να χαμογελάσει καθώς το μάτι του έπιασε το όνομα μιας νεαρής γοητευτικής ηθοποιού και άπλωσε το χέρι του στην τσέπη για να δει αν είχε μαζί του ένα χαρτονόμισμα των πέντε ρουβλίων, επειδή κατά τη γνώμη του Κοβάλεφ οι αξιωματικοί του επιτελείου πρέπει να πιάνουν θέση στην πλατεία, αλλά τότε θυμήθηκε τη μύτη του και η καρδιά του κατέρρευσε!
Ακόμα και ο γραμματέας, ήταν φανερό, συγκινήθηκε από την κατάσταση του Κοβάλεφ. Επιθυμώντας να του δώσει κάποια παρηγοριά, το θεώρησε αρμόζον να εκφράσει τη συμπάθειά του με λίγα λόγια: "Είμαι πράγματι πολύ λυπημένος που υπήρξατε θύμα ενός τόσο αστείου ατυχήματος. Ίσως θα ενδιαφερόσασταν για μια πρέζα ταμπάκο; Ανακουφίζει από πονοκεφάλους και αναπτερώνει το ηθικό, ακόμα έχει ευεργετικά αποτελέσματα στις αιμορροΐδες."
Μ' αυτά τα λόγια, ο γραμματέας πρόσφερε στον Κοβάλεφ την ταμπακέρα του, κρύβοντας αδέξια από κάτω το καπάκι που επεδείκνυε το πορτρέτο μια κυρίας με καπέλο.
Αυτή η απερίσκεπτη χειρονομία ξεπερνούσε όσα η υπομονή του Κοβάλεφ μπορούσε ν' αντέξει: "Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείτε να θεωρείτε αυτή την κατάσταση αστεία", είπε οργισμένα. "Σίγουρα μπορείτε να καταλάβετε ότι δεν έχω τα αναγκαία μέσα για να ρουφήξω ταμπάκο. Στο διάβολο ο ταμπάκος σας! Δεν αντέχω να κοιτάω αυτό το πράγμα, ούτε καν την καλύτερη μάρκα, πόσο μάλλον αυτόν τον ψιλοκομμένο καπνό Μπερεζίνσκι." Αφού είπε αυτά, με αγέρωχο βάδισμα βγήκε εξαγριωμένος από τα γραφεία της εφημερίδας και κατευθύνθηκε στον αξιωματικό της αστυνομίας, μεγάλο εραστή της ζάχαρης. Ολόκληρο το μπροστινό δωμάτιο του σπιτιού του, που χρησίμευε επίσης για τραπεζαρία, ήταν αφιερωμένο σε μια έκθεση ζαχαρωτών, που του έφερναν οι καταστηματάρχες σε ένδειξη φιλίας. Αυτή τη στιγμή, ο μάγειρας του έβγαζε τις ψηλές μπότες του αξιωματικού της αστυνομίας. Το ξίφος του και όλα τα στρατιωτικά του εξαρτήματα κρέμονταν κιόλας ειρηνικά στις γωνιές του δωματίου και ο τρίχρονος γιος του έπαιζε με το επιβλητικό τρίκωχο καπέλο του πατέρα του, ενώ ο ίδιος ο πολεμιστής, μετά τη μέρα του στις οδύνες της μάχης, ετοιμαζόταν να γευτεί τις απολαύσεις της ειρήνης.
Του ανάγγειλαν τον ερχομό του Κοβάλεφ την στιγμή ακριβώς που, αφού είχε καλοτεντωθεί και χασμουρηθεί, ανάγγελνε: "Αχ, ώρα να ρίχναμε κανέναν υπνάκο για καμιά δυο ώρες!" Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε ότι ο κολεγιακός πάρεδρος είχε υπολογίσει εξαιρετικά άσχημα την ώρα της άφιξής του. Και υποψιάζομαι ότι ακόμα κι αν είχε φέρει μαζί του μερικά κιλά τσάι ή ένα τόπι ύφασμα και σ' αυτή την περίπτωση δεν θα του γινόταν ιδιαίτερα εγκάρδια υποδοχή. Ο αξιωματικός της αστυνομίας ήταν σαΐνι αλλά και μοναδικός στο να λαδώνεται με κάθε τρόπο, αλλά περισσότερο απ' όλα προτιμούσε τα κρατικά τραπεζογραμμάτια. "Τώρα μου αρέσει αυτό", είχε τη συνήθεια να λέει, "δεν υπάρχει τίποτα που να το ξεπερνά: δεν χρειάζεται να το ταΐζεις, πιάνει λίγο χώρο, υπάρχει πάντα χώρος γι' αυτό στην τσέπη και αν σας πέσει δεν σπάζει."
Ο αξιωματικός της αστυνομίας δέχτηκε τον Κοβάλεφ μάλλον ψυχρά και παρατήρησε ότι μετά το γεύμα δεν είναι η ώρα για να διεξαχθεί έρευνα, ότι η ίδια η φύση τα έχει έτσι κανονίσει ώστε, αφού φάμε του σκασμού, θα πρέπει ν' αναπαυόμαστε λιγάκι (από αυτό ο κολεγιακός πάρεδρος μπορούσε να καταλάβει ότι ο αξιωματικός της αστυνομίας ήταν οικείος με τα λόγια των παλιών σοφών), ότι ένα αξιοσέβαστο άτομο δεν θα αποχωριζόταν τόσο βάναυσα τη μύτη του και ότι υπάρχουν ταγματάρχες και ταγματάρχες σ' αυτόν τον κόσμο, μερικοί από τους οποίους δεν έχουν ούτε ένα αξιοπρεπές πουκάμισο στο όνομά τους και συχνάζουν στα πιο κακόφημα μέρη.
Αυτό, δυστυχώς, ήταν η αχίλλειος πτέρνα του Κοβάλεφ! Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ο κολεγιακός πάρεδρος ήταν υπερευαίσθητο άτομο. Θα μπορούσε να συγχωρήσει ο,τιδήποτε λεγόταν για το άτομό του, αλλά όχι την έλλειψη σεβασμού για τον βαθμό του ή τη θέση του. Μάλιστα, επιχειρηματολογούσε ότι στις θεατρικές παραστάσεις μπορούσαν να επιτρέπονται αναφορές στους κατώτερους αξιωματικούς, αλλά όχι παρατηρήσεις για ανώτερους αξιωματικούς. Έτσι έμεινε τόσο σύξυλος με την υποδοχή του αξιωματικού της αστυνομίας, που κούνησε το κεφάλι του και δήλωσε απλώνοντας τα χέρια του: "Λυπάμαι που μετά από τόσο προσβλητικές παρατηρήσεις εκ μέρους σας δεν μπορώ να κάνω περαιτέρω σχόλια..." και αποχώρησε.


Επέστρεψε σπίτι του μόλις μπορώντας να κρατηθεί στα πόδια του. Είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Μετά από όλη αυτή τη μακρά, μάταιη έρευνα, το διαμέρισμά του τού φάνηκε έρημο και εντελώς απωθητικό. Όταν μπήκε στο χολ, είδε τον λακέ του Ιβάν ξαπλωμένο στον φθαρμένο δερμάτινο καναπέ να φτύνει σε ένα σημείο στο ταβάνι, στόχο που τον κτυπούσε με κάποιο μέτρο επιτυχίας. Η ραθυμία του εξόργισε τον κολεγιακό πάρεδρο. Κτυπώντας τον στο κεφάλι με το καπέλο του, φώναξε: "Όλη την ώρα λουφάρεις, γουρούνι!"
Μεμιάς ο Ιβάν πετάχτηκε πάνω και όρμησε δίπλα στον αφέντη του για να τον βοηθήσει να βγάλει το παλτό του.
Μόλις μπήκε στο δωμάτιό του, ο ταγματάρχης βυθίστηκε εξαντλημένος και θλιμμένος σε μια πολυθρόνα και, αφού αναστέναξε μερικές φορές, είπε τελικά:
"Θεέ μου, ω Θεέ μου! Τι έκανα για να τιμωρούμαι έτσι; Αν είχα χάσει ένα χέρι ή ένα πόδι, θα ήταν πολύ καλύτερα ή ακόμα και τ' αυτιά μου, θα ήταν δύσκολο, αλλά τουλάχιστον υποφερτό, αλλά χωρίς τη μύτη του ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα, ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο, ένας Θεός ξέρει τι. Ένα σκουπίδι για να το πετάξεις από το παράθυρο! Τουλάχιστον, αν την είχα χάσει στον πόλεμο ή σε μια μονομαχία ή αν την είχα χάσει από δικό μου σφάλμα, αλλά αυτή εξαφανίστηκε χωρίς λόγο και αιτία, έτσι ξεκάρφωτα. Αλλά όχι, δεν μπορεί", πρόσθεσε μετά από σκέψη ενός λεπτού. "Είναι πολύ απίθανο να εξαφανιστεί μια μύτη, εντελώς αδύνατο. Είτε ονειρεύομαι, είτε το φαντάζομαι. Ίσως αντί για νερό ήπια τη βότκα που χρησιμοποιώ για να τρίβω το πρόσωπό μου μετά το ξύρισμα. Αυτός ο ανόητος Ιβάν δεν την τακτοποίησε και εγώ την ξαναπήρα."
Για να βεβαιωθεί απολύτως ότι δεν ήταν μεθυσμένος, ο ταγματάρχης τσιμπήθηκε τόσο δυνατά που φώναξε από τον πόνο. Αυτός ο πόνος τον έπεισε ότι ήταν πέρα για πέρα ξύπνιος. Πλησίασε στον καθρέπτη και κοίταξε λοξά με την ελπίδα ότι η μύτη του θα ξαναεμφανιζόταν στο σωστό μέρος, βλέποντας όμως την αντανάκλασή του αναπήδησε προς τα πίσω, αναφωνώντας: "Τι γελοίο θέαμα!"
Πραγματικά, ήταν εντελώς ακατανόητο. Δεν ήταν σαν να χάνεις ένα κουμπί, ένα ασημένιο κουτάλι, ένα ρολόγι ή κάτι παρόμοιο, αλλά να χάσεις την ίδια σου τη μύτη και μάλιστα μέσα στο διαμέρισμά σου!... Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ ζύγιασε όλες τις περιστάσεις και αποφάσισε ότι ο πιθανότερος ένοχος πίσω από όλα αυτά δεν ήταν κανείς άλλος παρά η σύζυγος του αξιωματικού του επιτελείου Ποντότσιν, που ήθελε να τον παντρέψει με την κόρη της. Πράγματι, τον ευχαριστούσε να φλερτάρει την κοπέλα, αλλά απέφευγε προσεκτικά κάθε οριστική δέσμευση. Όταν η σύζυγος του αξιωματικού του επιτελείου ανάγγειλε με πολλά λόγια ότι επιθυμούσε να παντρέψει την κόρη της μαζί του, βγήκε προσεκτικά από τη δύσκολη θέση με ένα καταιγισμό φιλοφρονήσεων, λέγοντας ότι ήταν ακόμη πολύ νέος, ότι ήταν υποχρεωμένος να υπηρετήσει άλλα πέντε χρόνια μέχρι να φτάσει στην κατάλληλη ηλικία των σαράντα δύο ετών. Κι έτσι, η σύζυγος του αξιωματικού του επιτελείου, σαφώς από επιθυμία εκδίκησης, είχε αποφασίσει να τον καταστρέψει και μίσθωσε γι' αυτό το λόγο τις υπηρεσίες μαγισσών, γιατί ήταν παντελώς αδιανόητο να του είχαν κόψει τη μύτη: κανείς δεν είχε μπει στο δωμάτιό του, ο κουρέας του ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς τον είχε ξυρίσει για τελευταία φορά την Τετάρτη και όλη την Τετάρτη και ακόμα όλη την Πέμπτη η μύτη του είχε παραμείνει άθικτη -αυτό το θυμόταν και ήταν τελείως πεπεισμένος- επιπλέον θα είχε νιώσει τον πόνο και δεν υπήρχε περίπτωση η πληγή να είχε κλείσει τόσο γρήγορα και να γίνει έτσι λεία σαν τηγανίτα. 'Aρχισε να κάνει σχέδια: θα έπρεπε να πάει στο δικαστήριο τη γυναίκα του αξιωματικού του επιτελείου μέσα από τα επίσημα κανάλια ή θα έπρεπε να πάει να την δει και να την κατηγορήσει ευθέως. Αυτούς τους συλλογισμούς του διέκοψε το φως που φάνηκε μέσα από τις χαραμάδες της πόρτας και τον πληροφόρησε ότι ο Ιβάν είχε κιόλας ανάψει το κερί στο μπροστινό δωμάτιο. Η πρώτη αντίδραση του Κοβάλεφ ήταν ν' αρπάξει το μαντήλι του και να σκεπάσει αυτόν τον άδειο χώρο, που μόλις την προηγούμενη μέρα περιείχε μια μύτη, ώστε αυτός ο ηλίθιος υπηρέτης του να μη σταθεί χάσκοντάς τον.
Προτού ο Ιβάν προλάβει να μπει στο δωμάτιο, ακούστηκε στο χολ μια παράξενη φωνή που ρωτούσε: "Εδώ είναι η κατοικία του κολεγιακού παρέδρου Κοβάλεφ;"
"Περάστε. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είναι στην υπηρεσία σας", είπε ο Κοβάλεφ, που πετάχτηκε πάνω και άνοιξε την πόρτα.
Μέσα μπήκε ένας αστυφύλακας με κομψό παρουσιαστικό, με φαβορίτες που δεν ήταν ούτε στάλα πιο ανοιχτόχρωμες ή πιο σκούρες απ' ό,τι έπρεπε και ολοστρόγγυλα μάγουλα, ο ίδιος αστυφύλακας που συναντήσαμε στην αρχή της ιστορίας στη γέφυρα Ισάκιεβσκι. "Έχω δίκιο να πιστεύω ότι η Εντιμότης σας έχασε τη μύτη της;" "Έχετε δίκιο." "Έχει εντοπιστεί." "Τι λέτε;" φώναξε ο ταγματάρχης Κοβάλεφ. Ύστερα, άφωνος από τη χαρά του, κοίταξε με γουρλωμένα μάτια τον αστυφύλακα που στεκόταν μπροστά του, του οποίου τα γεμάτα χείλη και μάγουλα έμοιαζαν να χορεύουν στο δυνατό φως του κεριού. "Πώς τη βρήκατε;"
"Από καθαρή τύχη: ετοιμαζόταν να το σκάσει όταν τον συλλάβαμε. Είχε κιόλας ανέβει στην ταχυδρομική άμαξα με προορισμό την Ρήγα. Το διαβατήριό του ήταν παλιό στο όνομα κάποιου αξιωματούχου. Ένα άλλο παράξενο πράγμα είναι ότι στην αρχή τον πέρασα για πρόσωπο. Αλλά ευτυχώς είχα μαζί μου τα γυαλιά μου και είδα αμέσως ότι ήταν μύτη. Βλέπετε, είμαι μύωπας και αν στεκόσασταν ακριβώς μπροστά μου θα έβλεπα μόνο ότι έχετε πρόσωπο, αλλά θα ήμουν ανίκανος να ξεχωρίσω ο,τιδήποτε, όπως για παράδειγμα τη μύτη ή τα γένια. Η πεθερά μου, δηλαδή η μητέρα της γυναίκας μου, δεν μπορεί κι αυτή να δει τίποτα." Ο Κοβάλεφ ήταν τελείως συνεπαρμένος. "Πού είναι όμως; Πού είναι; Θα πάω αμέσως."
"Δεν χρειάζεται να ανησυχείτε. Εφόσον ήξερα ότι την χρειαζόσασταν, την έφερα μαζί μου. Και το παράξενο είναι ότι ο κύριος ένοχος σ' αυτή την ιστορία είναι εκείνος ο κατεργάρης ο μπαρμπέρης στην οδό Βοζνεσέσκαγια, που αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο αστυνομικό τμήμα. Τον υποψιαζόμουν εδώ και πολύ καιρό ότι ήταν μεθύστακας και κλέφτης και μόλις πριν δυο μέρες ξάφρισε μια μεγάλη δέσμη κουμπιά από έναν πάγκο. Η μύτη σας είναι ακριβώς όπως ήταν όταν έφυγε."
Λέγοντας αυτά, ο αστυφύλακας έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και έβγαλε μια μύτη τυλιγμένη σε χαρτί.
"Αυτή είναι!" φώναξε ο Κοβάλεφ. "Η μύτη μου! Δεν θα πιείτε μαζί μου ένα φλιτζάνι τσάι σήμερα;"
"Μεγάλη μου τιμή, αλλά φοβάμαι πως δεν μπορώ. Πρέπει να πάω κατευθείαν στη σωφρονιστική φυλακή... Είναι τρομερό πόσο ανεβαίνουν οι τιμές... Η πεθερά μου, δηλαδή η μητέρα της γυναίκας μου, ζει μαζί μας και ύστερα είναι και τα παιδιά. Το μεγαλύτερο υπόσχεται πολλά, τόσο λαμπρό παλικάρι, αλλά δεν έχουμε ούτε μπρούτζινο καπίκι για τη μόρφωσή του."
Ο Κοβάλεφ κατάλαβε αμέσως πού το πήγαινε ο άλλος και παίρνοντας ένα χαρτονόμισμα των δέκα ρουβλίων από το γραφείο του το έβαλε στο χέρι του αστυφύλακα, που βγήκε από την πόρτα με βαθιά υπόκλιση και ακριβώς το επόμενο λεπτό, ο Κοβάλεφ τον άκουγε έξω στο δρόμο να επιπλήττει με ξυλιές κάποιο βλάκα χωριάτη που είχε καβαλήσει το κάρο του στο πεζοδρόμιο.
Με την αναχώρηση του αστυφύλακα ο κολεγιακός πάρεδρος κάθισε ζαλισμένος για λίγα λεπτά και τα είχε τόσο χαμένα απ' αυτή την ξαφνική καλή τύχη, που χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα για να ξαναποκτήσει συνείδηση του περιβάλλοντος. Τελικά, πήρε προσεκτικά την ανακτημένη μύτη στη χούφτα του και για άλλη μια φορά την εξέτασε από κοντά.
"Αυτή είναι η μύτη μου!" είπε. "Να το σπυρί αριστερά που βγήκε χτες." Ο ταγματάρχης γελούσε συνεχώς από χαρά.
Τίποτα, όμως, δεν διαρκεί πολύ σ' αυτή τη ζωή και το δεύτερο λεπτό τα ξεσπάσματα χαράς δεν είναι ποτέ τόσο έντονα όσο το πρώτο λεπτό και στο τρίτο λεπτό υποχωρούν τελείως και η ψυχή μας επιστρέφει στη συνηθισμένη της κατάσταση, ακριβώς όπως ο κυματισμός τον οποίο δημιουργεί μια πέτρα που πέφτει στο νερό σβήνει σιγά σιγά και γίνεται ένα με τη λεία επιφάνεια του νερού γύρω του. Ο Κοβάλεφ άρχισε να ζυγιάζει τα πράγματα και συνειδητοποίησε ότι το ζήτημα δεν είχε ακόμα λυθεί: η μύτη είχε βρεθεί, αλλά έπρεπε και να κολληθεί, να επιστρέψει στη θέση της. "Και τι γίνεται, αν δεν κολλάει;" Με το που έβαλε το ερώτημα στον εαυτό του, ο ταγματάρχης χλώμιασε.
Έτρεξε ολοταχώς στην τουαλέτα γεμάτος πανικό και τράβηξε κοντύτερα τον καθρέπτη, ώστε να είναι σίγουρος ότι θα κολλούσε σωστά τη μύτη. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς με λεπτολόγα προσοχή την τοποθέτησε στην προηγούμενη θέση της. Φρίκη! Η μύτη δεν κολλούσε!... Την έφερε κοντά στο στόμα του, τη ζέστανε με την αναπνοή του και την ξανατοποθέτησε στη λεία επιφάνεια ανάμεσα στα δυο μάγουλα, αλλά η μύτη δεν στεκόταν στη θέση της ούτε λεπτό.
"Για άκου... στάσου εκεί, ανόητη!" την διέταξε. Όμως η μύτη ήταν άκαμπτη σαν ξύλο και έπεσε στο τραπέζι κάνοντας ένα παράξενο θόρυβο σαν να ήταν φτιαγμένη από φελό. Το πρόσωπο του ταγματάρχη συσπάστηκε βίαια. "Σίγουρα θα κολλήσει", είπε με τρόμο. Όσες φορές, όμως, κι αν την έβαλε στη θέση της, όλες του οι προσπάθειες ήταν μάταιες.
Φώναξε τον Ιβάν και τον έστειλε να καλέσει τον γιατρό που έμενε στο ίδιο κτίριο και που νοίκιαζε το καλύτερο διαμέρισμα στον πρώτο όροφο. Αυτός ο γιατρός είχε χαρακτηριστική εμφάνιση, με θαυμάσιες μαύρες σαν κάρβουνο φαβορίτες και μια νόστιμη και δροσερή γυναίκα. Έτρωγε φρέσκα μήλα το πρωί και διατηρούσε το στόμα του αξιοσημείωτα καθαρά, κάνοντας γαργάρες σχεδόν επί τρία τέταρτα της ώρας κάθε πρωινό και γυαλίζοντας τα δόντια του με πέντε διαφορετικά είδη οδοντόβουρτσας. Ο γιατρός εμφανίστηκε αμέσως. Αφού ρώτησε πριν πόσο καιρό είχε συμβεί το ατύχημα, ανασήκωσε το κεφάλι του ταγματάρχη Κοβάλεφ πιάνοντάς το από το πηγούνι και πίεσε τον αντίχειρά του τόσο δυνατά σε κείνο το μέρος του προσώπου το οποίο φιλοξενούσε μια μύτη που ο ταγματάρχης αποτραβήχτηκε απότομα και κτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο. Δεν ήταν τίποτα, είπε ο γιατρός και τον συμβούλευσε ν' απομακρυνθεί από τον τοίχο. Ευθύς τον πρόσταξε να γύρει το κεφάλι του προς τα δεξιά και αφού ψηλάφισε το μέρος όπου ήταν άλλοτε η μύτη, είπε: "Μπα!" Έπειτα, του είπε να γυρίσει το κεφάλι του αριστερά και κάνοντας άλλη μια φορά "Μπα!" τον πάτησε ξανά με τον αντίχειρά του κάνοντας τον ταγματάρχη Κοβάλεφ να τινάξει το κεφάλι του προς τα πίσω σαν άλογο που του εξέταζαν τα δόντια. Μετά από αυτή τη δοκιμή, ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του και είπε: "Όχι, δεν μπορεί να γίνει. Θα σας συμβούλευα να την αφήσετε έτσι όπως είναι, αλλιώς θα μπορούσε να γίνει χειρότερα. Θα μπορούσε φυσικά να κολλήσει και θα μπορούσα να το κάνω αμέσως, αλλά σας διαβεβαιώ ότι απλώς θα ήταν χειρότερα για σας."
"Τώρα αυτό είναι το πρωτεύον! Πώς μπορώ να συνεχίσω χωρίς μύτη;" διαμαρτυρήθηκε ο Κοβάλεφ. "Δεν μπορεί να είναι χειρότερα από τώρα. Μόνον ο διάβολος ξέρει τι είναι αυτό! Πού μπορώ να δείξω το πρόσωπό μου σε τέτοια αλλόκοτη κατάσταση; Κυκλοφορώ στους καλύτερους κύκλους και ακόμα και σήμερα με περιμένουν σε δυο σπίτια. Έχω πολλές γνωριμίες: τη σύζυγο του κρατικού συμβούλου Τσεκτάρεφ, την Ποντοτσίνα, σύζυγο αξιωματικού του επιτελείου... αν και μετά απ' αυτό το κατόρθωμά της δεν θα έχω πια καμία σχέση μαζί της, παρά μόνο με ενδιάμεσο την αστυνομία. Σας ικετεύω", εκλιπάρησε. "Δεν μπορεί να γίνει; Τότε κολλήστε την με οποιοδήποτε τρόπο, ακόμα κι αν δεν είναι πολύ σίγουρη, αρκεί να στέκεται. Θα μπορούσα ακόμη και να τη στηρίζω με το χέρι μου σε επικίνδυνες στιγμές. Θα πρέπει να προσθέσω ότι δεν χορεύω ποτέ κι έτσι δεν υπάρχει περίπτωση να την ξεκολλήσω με κάποια απρόσεκτη κίνηση. Μπορείτε να είσαστε σίγουρος ότι θα εκφράσω σίγουρα την ευγνωμοσύνη μου για την επίσκεψή σας στα πλαίσια των δυνατοτήτων μου..."
"Πιστέψτε με", είπε ο γιατρός με φωνή ούτε δυνατή ούτε χαμηλή, αλλά εξαιρετικά πειστική και ελκυστική, "ότι ποτέ δεν περιποιούμαι τους ανθρώπους από επιθυμία προσωπικού κέρδους. Αυτό είναι αντίθετο στον κώδικά μου και στην επιστήμη μου. Ομολογουμένως, δέχομαι αμοιβή για τις επισκέψεις μου, αλλά μόνο και μόνο για να μην προσβάλω τους ασθενείς μου με την άρνησή μου. Φυσικά θα μπορούσα να κολλήσω τη μύτη σας, αλλά σας διαβεβαιώνω στην τιμή μου, αν δεν δίνετε εμπιστοσύνη στο λόγο μου, ότι το αποτέλεσμα θα είναι πολύ χειρότερο. Θα ήταν καλύτερα να εμπιστευτείτε τη δράση της φύσης. Να πλένεστε συχνά με κρύο νερό και σας βεβαιώ ότι χωρίς μύτη θα είσαστε το ίδιο υγιής, όπως αν είχατε. Και σας συμβουλεύω να φυλάξετε τη μύτη σ' ένα μπουκάλι με οινόπνευμα ή ακόμα καλύτερα να προσθέσετε δυο κουταλιές της σούπας πιπεράτη βότκα και ζεστό ξύδι και τότε θα μπορούσατε να πετύχετε λογική τιμή για αυτήν. Θα την έπαιρνα εγώ ο ίδιος, αν η τιμή σας δεν είναι πολύ ψηλή."
"Όχι, όχι! Δεν θα την πουλήσω για οποιαδήποτε τιμή!" φώναξε απελπισμένος ο ταγματάρχης Κοβάλεφ, "καλύτερα να σαπίσει και να πέσει!"
"Λυπάμαι πολύ", είπε ο γιατρός υποκλινόμενος. "Το μόνο που ήθελα ήταν να σας εξυπηρετήσω... Λοιπόν, εδώ είμαστε! Πάντως δεν μπορείτε να πείτε ότι δεν προσπάθησα."
Αφού είπε αυτά, ο γιατρός βαδίζοντας αγέρωχα βγήκε από το δωμάτιο με αξιοπρεπές ύφος. Ο Κοβάλεφ δεν είχε καν κοιτάξει το πρόσωπό του και, όπως ήταν σαν ναρκωμένος, το μόνο που πρόσεξε ήταν τα μανικέτια του πουκαμίσου του, λευκά και καθαρά σαν χιόνι, καθώς πρόβαλαν από τα μανίκια του μαύρου του φράκου.
Την επόμενη κιόλας μέρα, αποφάσισε, προτού καταθέσει επίσημη αγωγή, να γράψει στη σύζυγο του αξιωματικού του επιτελείου, ζητώντας της να συμφωνήσει φιλικά να του επιστρέψει αυτό που δικαιωματικά του ανήκε. Το γράμμα ήταν το ακόλουθο: "Αγαπητή κυρία Αλεξάνδρα Γκριγκόριεβνα, Μου είναι αδύνατο να κατανοήσω την παραξενιά της συμπεριφοράς σας. Μπορείτε να είσαστε σίγουρη ότι ενεργώντας με αυτόν τον τρόπο δεν θα καταφέρετε να κερδίσετε τίποτα και δεν θα με υποχρεώσετε με κανένα τρόπο να παντρευτώ την κόρη σας. Πιστέψτε με, ξέρω στην εντέλεια όλη την ιστορία πίσω από τη μύτη μου, καθώς επίσης ότι εσείς και κανείς άλλος είσαστε η κύρια πρωταγωνίστρια σε αυτή την υπόθεση. Ο ξαφνικός αποχωρισμός της από τη θέση της, η φυγή της και η μεταμφίεσή της, αρχικά σε κυβερνητικό αξιωματούχο, στη συνέχεια στον ίδιο της τον εαυτό, δεν είναι παρά μόνο τα αποτελέσματα μαγικών πράξεων που διενεργήθηκαν από εσάς ή από εκείνους που ασχολούνται με παρομοίως εκλεπτυσμένες ασχολίες. Εκ μέρους μου το θεωρώ υποχρέωσή μου να σας προειδοποιήσω ότι αν η ως άνω αναφερομένη μύτη δεν επιστρέψει σήμερα στη θέση της, θα υποχρεωθώ να προσφύγω στην υποστήριξη και στην προστασία του νόμου. Παρόλα αυτά, με το μεγαλύτερο σεβασμό, έχω την τιμή να είμαι ο ταπεινός σας υπηρέτης Πλάτων Κοβάλεφ." "Αγαπητέ μου Πλάτων Κούζμιτς, Το γράμμα σας με κατέπληξε υπερβολικά. Με κάθε ειλικρίνεια ήταν κάτι το εντελώς απρόσμενο, ιδιαίτερα όσον αφορά τις εκ μέρους σας άδικες κατηγορίες. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ποτέ δεν δέχτηκα στο σπίτι μου τον αξιωματούχο τον οποίο αναφέρετε, ούτε μεταμφιεσμένο, ούτε με την πραγματική του όψη. Ομολογουμένως, ο Φίλιππος Ιβάνοβιτς Ποτάντσικοφ μας έχει επισκεφτεί. Και ενώ είναι αλήθεια ότι πράγματι ζήτησε το χέρι της κόρης μου και ο ίδιος είναι άνθρωπος καλού και σοβαρού χαρακτήρα και μεγάλης μόρφωσης, ποτέ δεν τον ενθάρρυνα κατά κανένα τρόπο. Αναφέρεστε επίσης σε κάποια μύτη. Αν μ' αυτό θέλετε να πείτε ότι είμαι ψηλομύτα μαζί σας, δηλαδή ότι σας απορρίπτω άμεσα, τότε εκπλήσσομαι που εσείς ο ίδιος θέτετε ένα τέτοιο ζήτημα, εφόσον, όπως γνωρίζετε, είχα εντελώς αντίθετη γνώμη και εάν επρόκειτο τώρα να ζητήσετε με τον νόμιμο τρόπο το χέρι της κόρης μου, θα ήμουν προετοιμασμένη χωρίς αναβολή να συμφωνήσω με το αίτημά σας, γιατί αυτό υπήρξε πάντοτε το αντικείμενο της ζωηρότερης επιθυμίας μου, στην οποία ελπίζοντας είμαι αιωνίως στην υπηρεσία σας, Αλεξάνδρα Ποντότσινα." "Όχι", είπε ο Κοβάλεφ, αφήνοντας το γράμμα. "Οριστικά δεν είναι ένοχη. Δεν μπορεί να είναι! Κανείς ένοχος ενός εγκλήματος δεν θα μπορούσε να είχε γράψει τέτοιο γράμμα!" Ο κολεγιακός πάρεδρος είχε γνώση τέτοιων θεμάτων, επειδή κάποιες φορές, όταν υπηρετούσε στον Καύκασο, είχε διευθύνει ποινικές διώξεις. "Πώς στο διάβολο έγιναν όλα αυτά; Μόνον ο διάβολος ξέρει!" αναφώνησε τελικά, αφήνοντας τα χέρια του να πέσουν.
Στο μεταξύ, διαδόσεις γι' αυτό το εξαιρετικό συμβάν κυκλοφορούσαν στην πρωτεύουσα και ως συνήθως όχι χωρίς κάποιες γαρνιτούρες. Εκείνη την εποχή, τα μυαλά των ανθρώπων ήταν ιδιαίτερα δεκτικά σε κάθε είδους εξαιρετικά φαινόμενα: λίγο πριν, ολόκληρη η πόλη ασχολούνταν με πειράματα με μαγνητισμό. Επιπροσθέτως, είχε κυκλοφορήσει πρόσφατα μια ιστορία για καρέκλες που χόρευαν στην οδό Κονιουσένι, έτσι δεν είναι να εκπλήσσεται κανείς που, πριν περάσει καιρός, κυκλοφορούσαν διαδόσεις ότι η μύτη του παρέδρου Κοβάλεφ έκανε καθημερινά βόλτα στη λεωφόρο Νιέφσκι στις 3 η ώρα ακριβώς. Καθημερινά θα συγκεντρωνόταν ένα μεγάλο πλήθος περίεργων. Κάποιος είπε ότι είχαν δει τη μύτη στο κατάστημα Γιούνκερ και αυτό προκάλεσε τέτοιο συνωστισμό γύρω από το μαγαζί, που χρειάστηκε να καλέσουν την αστυνομία. Κάποιος έμπορος, με σεβάσμια εμφάνιση και τεράστιες φαβορίτες, που πουλούσε διάφορα ζαχαρωτά στην είσοδο του θεάτρου, έκανε ειδικά για την περίσταση μερικούς ψηλούς, γερούς πάγκους και καλούσε τους περίεργους ν' ανέβουν πάνω τους με αντίτιμο ογδόντα καπίκια για κάθε άτομο. Κάποιος διακεκριμένος συνταγματάρχης ξεκίνησε ιδιαίτερα νωρίς από το σπίτι του και άνοιξε δρόμο με μεγάλη δυσκολία ανάμεσα στο πλήθος, αλλά προς μεγάλη του λύπη, στη βιτρίνα του μαγαζιού είδε όχι μια μύτη, αλλά μια συνηθισμένη μάλλινη φανέλα και μια λιθογραφία που απεικόνιζε μια κοπέλα η οποία ταίριαζε τις κάλτσες της, ενώ την παρατηρούσε πίσω από ένα δέντρο κάποιος δανδής που φορούσε γιλέκο και είχε γενάκι -εικόνα η οποία ήταν κρεμασμένη στο ίδιο μέρος για πάνω από δέκα χρόνια. Φεύγοντας με αγέρωχο περπάτημα, ανάγγειλε πειραγμένος: "Πώς επιτρέπεται να κυκλοφορούν τόσο γελοίες και παρατραβηγμένες διαδόσεις;"


Ύστερα, κυκλοφόρησε η φήμη ότι η μύτη του ταγματάρχη Κοβάλεφ έκανε τον περίπατό της όχι στη λεωφόρο Νιέφσκι, αλλά στους Κήπους Ταβριτσκέσκι, ότι αυτό συνέβαινε από καιρό και ότι όταν ο πέρσης απεσταλμένος Κόζρεφ Μίζρα ζούσε εκεί, είχε μείνει τελείως κατάπληκτος από αυτό το παράξενο φαινόμενο της φύσης. Μερικοί φοιτητές της Χειρουργικής Ακαδημίας ξεκίνησαν γι' αυτό το μέρος. Μια σεβάσμια κυρία αριστοκρατικής καταγωγής έγραψε ειδικό γράμμα στο φύλακα του πάρκου, στο οποίο του ζητούσε να δείξει στα παιδιά της αυτό το σπάνιο φαινόμενο και, αν ήταν δυνατό, να δώσει εποικοδομητικές και παραινετικές διευκρινίσεις σε όφελος των νέων.
Όλοι οι θαμώνες των δεξιώσεων και των άλλων κοσμικών συναναστροφών, που τόσο τους αρέσει να διασκεδάζουν τις κυρίες, ήταν εξαιρετικά ευχαριστημένοι με αυτά τα συμβάντα καθώς τα αποθέματα διασκέδασης είχαν εντελώς εξαντληθεί. Μικρός αριθμός αξιοσέβαστων και νομοταγών πολιτών ήταν δυσαρεστημένοι στο έπακρο. Κάποιος κύριος ανάγγειλε με λύπη ότι αδυνατούσε να καταλάβει πώς στη σημερινή εποχή των φώτων μπορούσαν να έχουν πέραση τέτοιες γελοίες φανταστικές ιστορίες και ότι ήταν έκπληκτος που η κυβέρνηση δεν ασχολούνταν με το ζήτημα. Αυτός ο κύριος ανήκε σαφώς σ' εκείνη την κατηγορία των πολιτών που θα ήθελαν η κυβέρνηση ν' ανακατώνεται στα πάντα, ακόμα και στους καθημερινούς καυγάδες τους με τις γυναίκες τους. Μετά από αυτό... αλλά σ' αυτό το σημείο το επεισόδιο τυλίγεται στην καταχνιά και είναι τελείως άγνωστο τι επακολούθησε.
Τα πιο παράλογα πράγματα συμβαίνουν στη ζωή. Μερικές φορές αψηφούν όλους τους νόμους της αληθοφάνειας: μια μέρα η ίδια ακριβώς μύτη, που τριγυρνούσε με το βαθμό του κρατικού συμβούλου και που είχε δημιουργήσει τέτοια αναταραχή στην πόλη, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα ξαναεμφανίστηκε στο σωστό μέρος, δηλαδή ανάμεσα από τα δυο μάγουλα του ταγματάρχη Κοβάλεφ. Αυτό συνέβη στις 7 Απριλίου. Ξυπνώντας και κοιτάζοντας τυχαία στον καθρέπτη, τι να δει: μια μύτη! Την έπιασε, ναι ήταν η μύτη του! "Γιούπι!" φώναξε ο Κοβάλεφ και μέσα στη μεγάλη του χαρά θα είχε χορέψει ένα κοζάκικο χορό με γυμνά πόδια στο δωμάτιο, αν δεν τον είχε εμποδίσει η είσοδος του Ιβάν. Ζήτησε αμέσως να του φέρουν ό,τι χρειαζόταν για να πλυθεί και καθώς πλενόταν ξανάριξε μια ματιά στον καθρέπτη: η μύτη του ήταν εκεί. Καθώς σκουπιζόταν με μια πετσέτα, ξανάριξε άλλη μια ματιά: εκεί ήταν, η μύτη του!
"Χμ, Ιβάν, ρίξε μια ματιά, νομίζω έχω ένα σπυρί στη μύτη μου", είπε, ενώ από μέσα του σκεφτόταν: τι γίνεται αν ο Ιβάν πει: "Γιατί όχι, κύριε, αλλά όχι μόνο δεν υπάρχει σπυρί, αλλά ούτε καν μύτη!"
Ο Ιβάν, όμως, είπε: "Δεν έχετε κανένα σπυρί, η μύτη σας είναι καθαρή σαν σφυρίχτρα!"
"Φοβερά καλό νέο!" είπε από μέσα του ο ταγματάρχης και κτύπησε τα δάκτυλά του. Εκείνη τη στιγμή ξεπρόβαλε από την πόρτα ο μπαρμπέρης Ιβάν Γιακόβλεβιτς, δειλά σαν γάτα που μόλις την ξυλοφόρτωσαν επειδή έκλεψε το μπέικον.
"Πες μου πρώτα, είναι τα χέρια σου καθαρά;" φώναξε ο Κοβάλεφ, ενώ το μυαλό του ήταν ακόμα μακριά. "Είναι." "Ψεύτη." "Ορκίζομαι ότι είναι καθαρά, κύριε." "Καλά, καλύτερα θα πρέπει να είναι." Ο Κοβάλεφ κάθισε. Ο Γιακόβλεβιτς τον τύλιξε με μια πετσέτα και σε μια στιγμή, με τη βοήθεια μιας βούρτσας, μετέτρεψε όλο του το γένι και μέρος από τα μάγουλά του σε μια μάζα κτυπητής κρέμας, όπως αυτή σερβίρεται σε γιορτές γενεθλίων στα σπίτια εμπόρων. "Ποτέ!" διαμαρτυρήθηκε από μέσα του ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, όταν είδε τη μύτη και ύστερα γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τη μύτη από το πλάι: "Κοίτα! Ποιος θα το σκεφτόταν!" συνέχισε παρατηρώντας για ώρα τη μύτη. Τελικά, με μια κίνηση όσο μπορεί να φανταστεί κανείς πιο απαλή και προσεκτική ύψωσε δυο δάκτυλα και ετοιμαζόταν να την πιάσει από την άκρη. Αυτό ήταν το σύστημα του Ιβάν Γιακόβλεβιτς.
"Και τώρα πρόσεχε!" φώναξε ο Κοβάλεφ. Μ' αυτά τα λόγια, ο Ιβάν άφησε το χέρι του να πέσει τρομοκρατημένος και παραζαλισμένος όσο ποτέ στη ζωή του. Τελικά, άρχισε να ξυρίζει προσεκτικά με το ξυράφι κάτω από το πηγούνι του ταγματάρχη και παρόλο που δεν το έβρισκε καθόλου εύκολο ή βολικό να ξυρίζει χωρίς να κρατά το οσφρητικό όργανο του πελάτη του, τα κατάφερε παρόλα αυτά, στηρίζοντας τον χοντρό του αντίχειρα στο μάγουλο του ταγματάρχη και στο σαγόνι για να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια και ολοκλήρωσε την πράξη του ξυρίσματος. Όταν το εγχείρημα είχε τελειώσει, ο Κοβάλεφ ντύθηκε βιαστικά, κάλεσε μια άμαξα και τράβηξε κατευθείαν για το ζαχαροπλαστείο. Ενώ ήταν ακόμα στο κατώφλι, φώναξε: "Γκαρσόνι, ένα φλιτζάνι σοκολάτα!" και την ίδια στιγμή κοίταξε στον καθρέπτη: η μύτη ήταν στη θέση της. Στράφηκε ξέγνοιαστα και μισοκλείνοντας τα μάτια του έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα σε δυο αξιωματικούς, ο ένας από τους οποίους είχε μια μύτη όχι μεγαλύτερη από κουμπί γιλέκου. Κατόπιν, ξεκίνησε για το γραφείο του υπουργείου, στο οποίο διαπραγματευόταν τη θέση του υποδιοικητή ή, αν δεν τα κατάφερνε, κάποια θέση στη διοίκηση. Καθώς διέσχιζε τη αίθουσα υποδοχής κοίταξε στον καθρέπτη: η μύτη ήταν στη θέση της. Ύστερα πήγε να φωνάξει κάποιον άλλο κολεγιακό πάρεδρο, συνάδελφο ταγματάρχη, και μεγάλο είρωνα, στις κοροϊδευτικές παρατηρήσεις του οποίου απαντούσε: "Έλα, έλα μάζεψε λίγο τη φαρμακερή σου γλώσσα!" Στο δρόμο σκεφτόταν: "Αν ο ταγματάρχης δεν σκάσει στα γέλια όταν με δει, αυτό θα είναι σίγουρο σημάδι ότι τα πάντα είναι όπως θα έπρεπε να είναι και στην σωστή τους θέση." Όμως, ο κολεγιακός πάρεδρος δεν κούνησε ούτε βλέφαρο. "Πολύ καλά, στ' ανάθεμα όλα!" συλλογίστηκε ο Κοβάλεφ. Στο δρόμο συνάντησε την κυρία Ποντότσινα με την κόρη της, τους υποκλίθηκε και τον χαιρέτησαν με κραυγές χαράς: προφανώς η εμφάνισή του δεν είχε επηρεαστεί δυσμενώς. Μίλησε επί μακρόν μαζί τους και έβγαλε την ταμπακέρα του και με πολλή περίσκεψη ρούφηξε καπνό και από τα δυο ρουθούνια, ενώ όλο αυτό το διάστημα σκεφτόταν: "Τώρα την πάθατε εσείς οι δυο κότες! Και δεν θα παντρευτώ την κόρη, όπως και νά 'ναι. Απλώς μια ερωτοδουλειά, με κάθε τρόπο!" Και στο εξής, ο ταγματάρχης Κοβάλεφ συνέχισε τις ασχολίες του σαν να μην είχε ποτέ συμβεί τίποτα, έκανε βόλτες στη λεωφόρο Νιέφσκι, επισκεπτόταν το θέατρο, έδειχνε παντού το πρόσωπό του. Και η μύτη του, επίσης σαν να μην είχε ποτέ συμβεί τίποτα, παρέμεινε κολλημένη στο πρόσωπό του και δεν έδειχνε κανένα σημάδι ότι είχε ποτέ ξεκολλήσει. Μετά απ' αυτό, ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε μονίμως καλή διάθεση, σκορπούσε χαμόγελα, κυνηγούσε επίμονα όλες τις χαριτωμένες κυρίες και μάλιστα σταμάτησε κάποτε σ' ένα πάγκο στην Γκοστίνι Ντβορ για ν' αγοράσει κορδέλα στην οποία κρεμούν τα μετάλλια, αν και δεν είναι σίγουρο για ποιο λόγο την αγόρασε, εφόσον ο ίδιος δεν είχε κανενός είδους παράσημο.
Και ένα τέτοιο πράγμα συνέβη στη βόρεια πρωτεύουσα της αχανούς μας χώρας! Και μόνο τώρα, όταν αναλογιζόμαστε ολόκληρη την ιστορία, βλέπουμε ότι περιέχει πολλά που είναι εξαιρετικά απίθανα. Αφήνοντας κατά μέρος την παράξενη, αφύσικη αποκόλληση της μύτης και την εμφάνισή της σε διάφορα μέρη μεταμφιεσμένη σε κρατικό σύμβουλο, πώς ο Κοβάλεφ δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι δεν είναι δυνατό να βάζει κανείς αγγελίες στην εφημερίδα για χαμένες μύτες; Μ' αυτό δεν εννοώ ότι θεωρώ τις αγγελίες στις εφημερίδες άχρηστη σπάτάλη, αυτό είναι ανοησία και δεν είμαι με κανένα τρόπο σφιχτοχέρης. Αλλά είναι αναξιοπρεπές, ανάρμοστο, άπρεπο! Και ύστερα: πώς η μύτη βρέθηκε σ' ένα φρεσκοψημένο καρβέλι και τι έκανε καταρχήν ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς; Όχι, δεν το καταλαβαίνω αυτό, ούτε μια στάλα! Αλλά ακόμα πιο παράξενο -και το δυσκολότερο να καταλάβει κανείς, είναι γιατί οι συγγραφείς διαλέγουν τέτοια επεισόδια για θέμα τους. Είμαι υποχρεωμένος να παραδεχτώ ότι το βρίσκω εντελώς ακατανόητο, ακριβώς... όχι, απλώς δεν καταλαβαίνω. Κατά πρώτο λόγο, αυτό δεν ωφελεί απολύτως καθόλου το έθνος, κατά δεύτερο λόγο... όχι, και κατά δεύτερο λόγο δεν υπάρχει κανένα όφελος. Απλώς δεν ξέρω τι σημαίνει... Παρόλ' αυτά, όμως, αν πάρουμε υπόψη μας όλα τα πράγματα, μπορούμε να παραδεχτούμε το ένα ή το άλλο πράγμα και το παράδοξο εδώ ή εκεί και ίσως ακόμα... εννοώ ότι παράξενα πράγματα συμβαίνουν όλη την ώρα, έτσι δεν είναι; Και πρέπει να παραδεχτείτε, όταν το αναλογιστείτε, υπάρχει κάτι σ' όλα αυτά, έτσι δεν είναι; Ό,τι κι αν πείτε, τέτοια πράγματα συμβαίνουν, σπανίως ίσως, αλλά συμβαίνουν.